Το άγχος στα παιδιά και τους έφηβους: Μια παραγνωρισμένη απειλή
Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας, κάθε ειδικός της ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων ακούει συχνά γονείς να λένε ότι από νωρίς έχουν αντιληφθεί ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά με το παιδί τους, περιγράφοντας συμπεριφορές όπου αυτό αντιδρά με κλάμα και προσκόλληση ακόμα και στους πιο σύντομους αποχωρισμούς, αποφεύγει μέρη ή καταστάσεις εξαιτίας φόβων ή παραπονιέται συχνά για πόνους στην κοιλιά ή το κεφάλι. Άλλοτε προβληματίζονται για τον έφηβό τους που εκδηλώνει υπερβολική ντροπή και αποφεύγει κοινωνικές καταστάσεις, στεναχωριέται διαρκώς ή εμφανίζει ξαφνικές κρίσεις πανικού.
Σε πολλές περιπτώσεις περιγράφουν ότι και οι ίδιοι νιώθουν απογοήτευση, σύγχυση και αδυναμία να κατανοήσουν ή να βοηθήσουν το παιδί τους. Στην πραγματικότητα, όλα τα παραπάνω είναι σημαντικές ενδείξεις άγχους και το παιδί ή ο έφηβος που εκδηλώνει παρόμοια συμπτώματα πιθανόν να πάσχει από κάποια αγχώδη διαταραχή. Όχι σπάνια, οι γονείς περιμένουν ότι το παιδί θα «ξεπεράσει» από μόνο τις δυσκολίες του και δε φαντάζονται ότι με τον καιρό αυτές θα εντείνονται όλο και περισσότερο.
Σήμερα είναι ευρέως αποδεκτό ότι το άγχος είναι ένα συνηθισμένο πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζουν όχι μόνο οι ενήλικοι, αλλά και τα παιδιά και οι έφηβοι. Ωστόσο επειδή σε αρκετές περιπτώσεις τα αγχώδη παιδιά έχουν την τάση να βιώνουν «σιωπηλά» το άγχος τους, συχνά το πρόβλημά τους περνά απαρατήρητο από γονείς και δασκάλους με αποτέλεσμα κάποια από αυτά να μη λαμβάνουν ποτέ τη βοήθεια που χρειάζονται.
Σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα και γνώσεις είναι επιβεβαιωμένο ότι το άγχος που παραμένει χωρίς αντιμετώπιση και θεραπεία στην παιδική και εφηβική ηλικία, μπορεί να οδηγήσει σε πολλά και σημαντικά προβλήματα στη μετέπειτα ζωή. Για παράδειγμα συνδέεται άμεσα και ευθύνεται για την εκδήλωση κατάθλιψης, για κατάχρηση ουσιών, προβλήματα και δυσλειτουργία σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο, καθώς και για συνολική υποβάθμιση στην ποιότητα ζωής του ατόμου.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι το παιδί και ο έφηβος που αντιμετωπίζουν προβλήματα που αφορούν άγχος, μπορούν να βοηθηθούν ώστε να το διαχειριστούν και να το αντιμετωπίσουν.
Πως βιώνουν το άγχος τα παιδιά
Όπως συμβαίνει με τους ενήλικες, έτσι και τα παιδιά και οι έφηβοι βιώνουν το άγχος σωματικά, νοητικά και συμπεριφορικά. Μέσα από αυτές τις τρεις οδούς περνά η εμπειρία του άγχους, το πρότυπο της οποίας ποικίλλει από άτομο σε άτομο και από κατάσταση σε κατάσταση.
Το άγχος επηρεάζει το σώμα. Ειδικά τα μικρότερα παιδιά δε μπορούν να το αναγνωρίσουν ή να το περιγράψουν σαν άγχος και αναφέρουν ότι αισθάνονται άρρωστα ή παραπονούνται συχνά ότι πονά η κοιλιά τους. Οι έφηβοι παραπονούνται για κεφαλαλγίες, πόνους στο στήθος, μουδιασμένους ή πονεμένους μυς.
Το άγχος μπορεί να βιώνεται σωματικά με τους παρακάτω τρόπους:
- Ταχυκαρδία
- Γρήγορη και κοφτή αναπνοή ή κράτημα της αναπνοής
- Δυσφορία ή πόνος στο στομάχι, ναυτία
- Ιδρώτα
- Εξάψεις ή ρίγη
- Τρέμουλο
- Μουδιάσματα ή «τσιμπήματα» στο σώμα
- Πονοκεφάλους
- Δυσφορία ή πόνος στο στήθος
- Ζάλη, τάση για λιποθυμία ή συναισθηματική αστάθεια
- «Κόμπο» στο λαιμό ή «πνίξιμο»
- Αίσθηση ότι «τα πράγματα δεν είναι αληθινά» ή ότι κάποιος «δεν είναι ο εαυτός του».
Όταν αυτά τα σωματικά συμπτώματα εκδηλώνονται αιφνίδια και με έντονο τρόπο τότε το άτομο πιθανόν να έχει μια κρίση πανικού, η οποία αν και προκαλεί εξαιρετική δυσφορία και φόβο, στην πραγματικότητα δεν είναι επικίνδυνη.
Ο τρόπος που τα παιδιά και οι έφηβοι εκδηλώνουν νοητικά το άγχος τους είναι με τη στενοχώρια. Η στενοχώρια μπορεί να αφορά καταστάσεις του παρόντος ή κάποιο μελλοντικό γεγονός. Όπως συμβαίνει με τα σωματικά συμπτώματα, έτσι και στην περίπτωση αυτή τα μικρότερα παιδιά δεν είναι συνήθως σε θέση να αναγνωρίσουν τις αγχώδεις σκέψεις τους, πράγμα που ορισμένες φορές ισχύει για τους εφήβους αλλά και για τους ενήλικες. Παραδείγματα τέτοιων «αγχωμένων» σκέψεων είναι: «Τι θα γίνει αν ξεχάσω το ποίημα στη γιορτή και όλοι γελάσουν;», «Τι θα γίνει αν η μαμά ξεχάσει να με πάρει από το σχολείο;», «Τι θα γίνει αν τα άλλα παιδιά δε με συμπαθήσουν;», «Τι θα γίνει αν δε λύσω την άσκηση στο διαγώνισμα;», «Τι θα γίνει αν λιποθυμήσω μπροστά στους συμμαθητές μου;», «Τι θα γίνει αν πεθάνουν οι γονείς μου;».
Τα παιδιά και οι έφηβοι εκδηλώνουν το άγχος μέσω της συμπεριφοράς τους με αυτό που χαρακτηρίζεται σαν «αποφυγή». Σε καταστάσεις πραγματικής απειλής, η αποφυγή είναι πολύ χρήσιμη καθώς μας κρατά ασφαλείς μακριά από τον κίνδυνο. Όπου όμως δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, η αποφυγή εμποδίζει το άτομο να μάθει να αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση και, μακροπρόθεσμα, γίνεται ένας αναποτελεσματικός τρόπος τον οποίο κάποιος χρησιμοποιεί για να τα βγάζει πέρα. Για παράδειγμα, το παιδί ή ο έφηβος δε θέλει να σηκώσει το χέρι και να πει το μάθημα ενώπιον της τάξης, δε θέλει να πάει στο νηπιαγωγείο ή στο σχολείο επειδή ο γονιός δε θα είναι εκεί, δε θέλει να κοιμηθεί στο δωμάτιό του κ.λπ.
Ταυτόχρονα, το παιδί και ο έφηβος με άγχος έχουν την τάση να αναζητούν επιβεβαίωση ή καθησυχασμό. Η αναζήτηση καθησυχασμού είναι μια φυσιολογική και χρήσιμη αντίδραση που σκοπό έχει να βοηθήσει κάποιον να κατανοήσει το βαθμό του κινδύνου ή της απειλής μιας άγνωστης κατάστασης που αντιμετωπίζει. Ωστόσο, ένα παιδί ή ένας έφηβος με άγχος μπορεί να ζητά επανειλημμένα επιβεβαίωση και καθησυχασμό, ακόμα κι όταν έχει ήδη λάβει αρκετό. Μπορεί για παράδειγμα να ρωτά το γονιό: «Θα έρθεις σίγουρα στην ώρα σου να με πάρεις από το σχολείο;», «Είναι σίγουρο ότι δε θα αρρωστήσω;», «Είσαι σίγουρος ότι δε θα έχει καταιγίδα με βροντές απόψε;», «Είσαι σίγουρη ότι θα αρέσω στα άλλα παιδιά;».
Επιπλέον, τα αγχώδη παιδιά και έφηβοι εκδηλώνουν ακατάλληλες συμπεριφορές που σκοπό έχουν να τα κάνουν να νιώσουν ασφαλή και λιγότερο αγχωμένα. Παραδείγματα τέτοιων συμπεριφορών είναι: να μην παρακολουθούν ή να μη συμμετέχουν σε δραστηριότητες κατάλληλες για την ηλικία τους όταν ο γονιός δεν είναι παρών, να μην επιθυμούν να βρίσκονται εκτός σπιτιού ή όταν το κάνουν να ζητούν οπωσδήποτε μαζί τους κινητό τηλέφωνο για να επικοινωνήσουν με τους γονείς, να ελέγχουν υπερβολικά συχνά ότι οι γονείς είναι κοντά, ακόμα κι όταν δεν συντρέχει κανένας λόγος να ανησυχούν για την ασφάλειά τους (πχ να ψάχνουν τους γονείς μέσα στο σπίτι, ακόμα κι όταν γνωρίζουν ότι βρίσκονται στο διπλανό δωμάτιο) κ.λπ.
Πότε το άγχος γίνεται πρόβλημα
Σύμφωνα με τα δεδομένα της αναπτυξιακής ψυχολογίας του παιδιού και του εφήβου, συγκεκριμένοι φόβοι είναι πιο συνηθισμένοι σε κάποιες ηλικίες και παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής ανάπτυξης. Παραδείγματα τέτοιων φυσιολογικών φόβων είναι το άγχος που εκδηλώνει ένα νήπιο στην παρουσία ξένων ατόμων ή το άγχος επίδοσης που βιώνουν τα μεγαλύτερα παιδιά και οι έφηβοι όταν βρίσκονται μεταξύ συνομηλίκων τους.
Ωστόσο, για κάποια παιδιά η δυσκολία με το άγχος αρχίζει να προκαλεί σημαντική αναστάτωση ή εμπόδιο στην καθημερινότητα, όταν παρεμβάλλεται στις φυσιολογικές δραστηριότητες και επηρεάζει αρνητικά τη διασκέδαση και την ευχαρίστηση. Η πλειοψηφία των ανθρώπων θεωρεί ότι το άγχος αποτελεί πρόβλημα, όταν προκαλεί σημαντική αναστάτωση ή παρεμβάλλεται στη ζωή του παιδιού ή της οικογένειας, πράγμα το οποίο ισχύει και από κλινικής άποψης.
Η αναστάτωση λόγω άγχους μπορεί να εκδηλώνεται με κλάμα πριν το σχολείο επειδή ο γονιός δε μένει μαζί με το παιδί, με «ανακάτεμα» στο στομάχι κάθε φορά που επίκειται ένα διαγώνισμα ή εξετάσεις, με ξεσπάσματα θυμού κ.λπ. Η παρεμβολή του άγχους στη ζωή του παιδιού μπορεί να αφορά άρνηση του παιδιού να πάει στις σχολικές εκδρομές επειδή είναι αγχωμένο, διστακτικότητα ή αποτυχία να ακολουθήσει τους συνομηλίκους στο παιχνίδι, απροθυμία και άρνησή του να συμμετάσχει σε δραστηριότητες με τις οποίες δεν είναι εξοικειωμένο, κ.λπ.
Κάποιες φορές οι συμπεριφορές των παιδιών και των εφήβων με άγχος μοιάζουν παράλογες, γίνονται αιτία να χαρακτηριστούν «δύσκολα», «ξεροκέφαλα» ή «υπερευαίσθητα» και προκαλούν μεγάλη αναστάτωση σε ολόκληρη την οικογένεια. Είναι σημαντικό να έχει κανείς υπόψη του ότι το παιδί και ο έφηβος που υποφέρει από άγχος, το οποίο τον κάνει να κλαίει, να ξεσπά ή να αποφεύγει καταστάσεις, στην πραγματικότητα αντιδρά ενστικτωδώς σε κάτι που αντιλαμβάνεται ως απειλή. Όπως και άλλοι οργανισμοί στη φύση, το παιδί ανταποκρίνεται είτε με μάχη (π.χ. τσιρίζει, ξεσπά), είτε με φυγή (π.χ. αποφεύγει) ή/ και παγώνει (π.χ. με το «άδειασμα» ή το «πάγωμα» του μυαλού).
Ζητώντας κανείς από το παιδί «να μην αγχώνεται», του ζητά να συγκρατήσει μια ενστικτώδη αντίδραση, πράγμα που δεν είναι εύκολο ή απλό. Χρειάζεται εκπαίδευση σε ειδικές ψυχολογικές στρατηγικές, παροχή συγκεκριμένων εργαλείων και συνεχής εξάσκηση για να μπορέσει ένα αγχώδες παιδί να ανταπεξέλθει. Η διαχείριση του άγχους είναι μια ισόβια διαδικασία και το παιδί ή ο έφηβος έχει συγχρόνως ανάγκη από υποστήριξη, έπαινο και ανταμοιβή για την προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τους φόβους και το άγχος του και να αλλάξει τις μη βοηθητικές σκέψεις και τις ακατάλληλες συμπεριφορές του.
Σπυριδούλα Κώτση
Ψυχίατρος παιδιών και εφήβων
Για την «ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΣΗΜΕΡΑ»