Συγγραφέας: Γιάννης Χόλης Εκδόσεις: Λιβάνης

«Προσπέρασαν την πλατεία, δεν φαινόταν ψυχή. Στην άκρη του λευκού χωριού μια γερμένη καμινάδα, που έμοιαζε να έχει ξεφυτρώσει τρυπώντας βίαια τα κεραμίδια της στέγης, ξερνούσε πυκνό καπνό. Το κονάκι νόμιζες ότι θα κατέρρεε, οι τοίχοι του ήταν έτοιμοι να ανοίξουν σαν βεντάλια και να σωριαστούν προς τα έξω. Μπορεί να είχαν στραβώσει έπειτα από σεισμό, στην περιοχή οι σεισμοί είχαν γράψει ιστορία. Με το επόμενο ταρακούνημα ο κύκλος της ύπαρξής του θα έκλεινε οριστικά.
Τα αχνισμένα τζαμάκια στα σκοροφαγωμένα τελάρα της ξύλινης πόρτας με το μάνταλο αντί για χερούλι δεν άφηναν να δεις τι συνέβαινε μέσα. Όμως ήταν αυτό που έψαχναν.
Ένα ζευγάρι βγήκε εκείνη τη στιγμή, οι δυο τους σφιχταγκαλιασμένοι, μια φιγούρα αξεχώριστη για να προστατεύουν ο ένας τον άλλον απ’ τις ριπές της παγωνιάς. Πρόλαβαν να διακρίνουν κόσμο καθισμένο στους μακρόστενους πάγκους και τον καπνό ντουμάνι. Πάρκαραν κολλητά στη χαμηλή οροσειρά του στοιβαγμένου χιονιού και μπήκαν, σκύβοντας για να μην χτυπήσουν το κεφάλι.
Η πόρτα ήταν φτιαγμένη για να χωράνε ξωτικά».
Και τα ξωτικά μπήκαν κι αυτά μαζί τους, αόρατα.
Και μετά θέριεψαν, έγιναν επιθετικά, σάρωσαν. Γιατί το είχαν πάρει απόφαση να πετύχουν τον στόχο τους ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα γινόντουσαν και τα ίδια θύματα της εμμονής τους.
Δεν θα έκαναν πίσω για τίποτε στον κόσμο αυτόν.
Ούτε και στον άλλον.
«Ξέρεις ότι ενεργώ χωρίς να σκεφτώ δεύτερη φορά, γι’ αυτό και δεν δίστασα να εμφανιστώ τώρα, μες στην αναμπουμπούλα.
Δεν προδόθηκα όπως λες, δεν είχα τίποτε να κρύψω. Επιλογή μου ήταν. Απλώς δεν μ’ ενδιαφέρει τι θα σκεφτούν οι άλλοι.
Τους έχω γραμμένους γιατί είναι πολύ μικροί για μένα, όπως είναι και για σένα. Εσύ αυτό το ξέρεις.
Ξέρεις ότι τις πράξεις που αναστατώνουν τον περισσότερο κόσμο, τα ανθρωπάκια που η σκέψη και μόνο ότι θα χρειαστεί να κάνουν κάτι πέρα απ’ τα καθιερωμένα τούς αναστατώνει, εγώ δεν τις υπολογίζω. ?εν κάθομαι να αναλογιστώ τις συνέπειες γιατί είμαι ειλικρινής, είμαι αυθόρμητη, ξέρω τι θέλω και δεν συμβιβάζομαι».