Πως θα κάνω το παιδί μου να με ακούσει καλύτερα;
Μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις που κάνουν οι γονείς είναι: «Πώς θα κάνω το παιδί μου να με ακούσει;». Με τη λέξη «ακούω», δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην υπακοή και στη συμμόρφωση (αν αυτό που ζητώ θα γίνει ή όχι, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες). Εννοώ, πώς μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά να προσλάβουν αυτό που τους λέμε και να αναλάβουν δράση.
Οι άνθρωποι έχουμε πολλά στο μυαλό μας -και τα παιδιά δεν αποτελούν εξαίρεση. Έχουν και αυτά διαφορετικές δυνατότητες, θελήσεις και προτεραιότητες και, για αυτό, μπορεί να μην είναι εύκολο να καταλάβουν γιατί είναι τόσο σημαντικό να κάνουν κάτι που τους ζητούμε, αυτήν ακριβώς τη στιγμή! Πώς, λοιπόν, μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να ακούσουν αυτό που του λέμε, πιο αποτελεσματικά;
Δεν αρχίζουμε να μιλάμε, μέχρι να έχουμε την προσοχή του παιδιού: Συνδεόμαστε, ΠΡΙΝ αρχίσουμε να μιλάμε. Αυτό σημαίνει ότι δε γίνεται να ουρλιάζουμε οδηγίες από την άλλη άκρη του δωματίου και να περιμένουμε ότι κάτι τέτοιο φτάνει. Αντί γι αυτό:
- Ερχόμαστε κοντά
- Κατεβαίνουμε στο επίπεδο του παιδιού και το αγγίζουμε ελαφρά
- Παρατηρούμε τι κάνει και συνδεόμαστε μαζί του, κάνοντας κάποιο σχόλιο του τύπου: «Ουάου κοίτα πώς πάει αυτό το παιχνίδι!», ή «Σου αρέσει πολύ αυτό που κάνεις, έτσι;»
- Περιμένουμε μέχρι να μας κοιτάξει
- Το κοιτούμε στα μάτια
- Μετά, αρχίζουμε να μιλάμε
- Αν δε σηκώσει το κεφάλι να κοιτάξει, σιγουρευόμαστε ότι μας προσέχει, ρωτώντας το: «Μπορώ να σου πω κάτι;» «Μπορώ να έχω την προσοχή σου;» «Καταλαβαίνω ότι σε διακόπτω, αλλά είναι σημαντικό να σου πω ότι…»
- Αρχίζουμε να μιλάμε μόλις μας πει «ναι»
- Δεν επαναλαμβανόμαστε. Αν έχετε ήδη ρωτήσει και δεν έχετε πάρει απάντηση, απλά, μην επαναλαμβάνεστε. Δεν έχετε την προσοχή του παιδιού σας. Ξαναγυρίστε στο προηγούμενο βήμα.
Όταν δίνουμε μια εντολή χρησιμοποιούμε λιγότερα λόγια: Οι περισσότεροι από εμάς «αραιώνουμε» (θολώνουμε) το μήνυμα και χάνουμε την προσοχή του παιδιού, επειδή χρησιμοποιούμε υπερβολικά πολλά λόγια. Όταν δίνουμε οδηγίες, χρησιμοποιούμε όσο πιο λίγες λέξεις γίνεται.
Όταν δίνουμε μια εντολή χρησιμοποιούμε προτάσεις με την ίδια βασική δομή: Για παράδειγμα: «Γιάννη, χρειάζεται να βάλεις τα παπούτσια σου στο ντουλάπι», «Γιάννη, χρειάζεται να κλείσεις την τηλεόραση». Η σταθερή χρήση συγκεκριμένης πρότασης βοηθά το παιδί να συνειδητοποιήσει ότι, π.χ. κάθε φορά που ακούει το όνομά του, ακολουθούμενο από την έκφραση «χρειάζεται να…», πρέπει να συμμορφωθεί σε κάποια εντολή
Όταν δίνουμε μια εντολή προτιμούμε θετική, αντί για αρνητική διατύπωση: για παράδειγμα, αντί για: «Μην πιάνεις τα ξένα πράγματα», λέμε «Βάλε τα χέρια σου στις τσέπες σου». Αντί για: «Μη φωνάζεις», λέμε: «Μίλα πιο σιγά». Τα πολλά «μη» και «δεν» πυροδοτούν την εναντίωση και μειώνουν τις πιθανότητες συνεργασίας.
Πριν δώσουμε μια εντολή ταυτιζόμαστε με την πλευρά του παιδιού: Αν ήσαστε απασχολημένοι με κάτι που σας αρέσει να κάνετε και ο σύντροφός σας ζητούσε να σταματήσετε για να κάνετε κάτι άλλο, που για εσάς δεν είναι προτεραιότητα, πώς θα νιώθατε;
Δεν είναι πάντα απαραίτητο, όταν ζητάμε κάτι, τα παιδιά να εγκρίνουν με ενθουσιασμό τις προτεραιότητές μας. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: δεν οφείλουμε να υιοθετήσουμε τις δικές τους προτεραιότητες, αλλά βοηθάει τρομερά στη συμμόρφωση αν μπορέσουμε, στρατηγικά, να αναγνωρίσουμε πόσο πολύ θέλουν να συνεχίσουν να κάνουν, ότι κάνουν:
«Ξέρω ότι είναι δύσκολο να σταματήσεις να (ασχολείσαι με…) τώρα. Αλλά χρειάζομαι να κάνεις….». «Το ξέρω είσαι κουρασμένος, αλλά θέλω να σου θυμίσω ότι…»,
«Καταλαβαίνω ότι είναι βαρετό να (κάνεις…) αυτή τη στιγμή. Πρέπει όμως να γίνει, για να έχεις μετά χρόνο να (κάνεις…)».
Κινητοποιούμε τη συνεργασία: Κανείς δε θέλει να ακούσει κάποιον που διατάζει. Στην πραγματικότητα, οι διαταγές, σχεδόν πάντα, ενεργοποιούν την αντίσταση. Σκεφτείτε πώς νιώθετε όταν κάποιος σας διατάζει. Άρα:
- Κρατάμε σταθερό, αλλά θερμό (όχι παρακαλεστικό) τόνο στη φωνή και στην προσέγγισή μας
- Περιγράφουμε με σαφήνεια αυτό ακριβώς που θέλουμε να κάνει το παιδί. (τα περισσότερα παιδιά ευχαριστιούνται όταν βοηθούν. Κινητοποιήστε τα):
«Δημήτρη, κάνε μου τη χάρη και πήγαινε να πιάσεις ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο»
«Μαρία, φέρε σε παρακαλώ τέσσερις χαρτοπετσέτες, τέσσερα καλαμάκια και πέντε μαχαιροπήρουνα».
- Επαινούμε καθετί που γίνεται καλά. Έτσι το παιδί θα νιώσει ότι αντί για την υπακοή, ζητάμε τη συνεργασία του και είναι πιο πιθανό να «ακούσει» καλύτερα αυτό που του λέμε.
Δίνουμε Επιλογές – Όχι Απειλές: Επιλογή= Ευκαιρία να λύσεις το πρόβλημα. Η επιλογή (δηλαδή η δύναμη να αποφασίσεις) είναι δική σου. Απειλή = Περιφρόνηση-Σύγκρουση. Οι απειλές εμπεριέχουν το στοιχείο της τιμωρίας και άρα κινητοποιούν αντιδράσεις μάχης ή φυγής.
«Αν θέλεις να έχεις χρόνο για παιχνίδι πριν τον ύπνο, χρειάζεται να ξεκινήσεις το διάβασμα τώρα. Θα ξεκινήσεις μόνος σου, όταν είσαι έτοιμος, ή θέλεις να σου το θυμίσω σε πέντε λεπτά;» («Διάβασμα και μετά παιχνίδι, ή καθόλου παιχνίδι;» Η επιλογή είναι δική σου).
«Προτιμάς να σου διαβάσω μία ιστορία που θα διαλέξεις, ή θέλεις να μιλήσουμε για δέκα λεπτά πριν σβήσουμε το φως» («Ιστορία και μετά σβήνω το φως ή κουβέντα και μετά σβήνω το φως;». Η επιλογή είναι δική σου).
«Χρειάζεται να καθαρίσεις το δωμάτιό σου, αν θέλεις να παίξεις με τον υπολογιστή. Μπορείς να το κάνεις τώρα ή μετά το φαγητό». («Καθάρισμα και υπολογιστής ή καθόλου υπολογιστής;». Η επιλογή είναι δική σου).
Παραμένουμε ήρεμοι (Ακούμε περισσότερο-μιλάμε λιγότερο): Όταν ο συναισθηματικός τόνος μας είναι ανεβασμένος, τα παιδιά αποσπούνται από το συναίσθημα και, είτε αντιστέκονται, είτε φεύγουν. Γίνονται λιγότερο αποτελεσματικοί ακροατές και χάνουν το μήνυμα. Αν η προτεραιότητά μας είναι να κάτι να γίνει γρήγορα ή έγκαιρα, δε σπαταλάμε χρόνο και ενέργεια κάνοντας κήρυγμα, γιατί δε μας άκουσαν από την αρχή, όταν το είπαμε. Αυτό, απλά, θα αναστατώσει τους πάντες – κι εμάς μαζί.
- Παίρνουμε βαθιά ανάσα
- Βοηθάμε εκείνη τη στιγμή να λυθεί το πρόβλημα
- Με την πρώτη ευκαιρία, καθόμαστε μαζί και συζητάμε λύσεις για μην ξανασυμβεί η ίδια κατάσταση.
Μετράμε 1-2-3: Κάθε φορά που το παιδί κάνει κάτι που δεν πρέπει, σηκώνουμε ένα δάχτυλο και λέμε ήρεμα: «Πρώτη φορά». Αν η συμπεριφορά συνεχίσει, σηκώνουμε δύο δάχτυλα και λέμε: «Δεύτερη φορά». Αν το παιδί εξακολουθεί να αγνοεί την εντολή μας, σηκώνουμε τρία δάχτυλα και λέμε: «Αυτή ήταν η τρίτη φορά. Πέντε λεπτά στο δωμάτιό σου». Στη συνέχεια το παιδί πηγαίνει (ή το συνοδεύουμε) να κάνει 5 λεπτά time out. Δε φωνάζουμε, δε δίνουμε εξηγήσεις και δεν καλοπιάνουμε. Είναι ξεκάθαρο ότι έχει επιλογή: ή συμμορφώνεται άμεσα, ή θα υποστεί συνέπειες.
Αν το παιδί δεν υποχωρήσει μετά την τρίτη φορά κι αν δεν κάνει το time out, φεύγουμε εμείς από το δωμάτιο (αντίστροφο time out). Κάνουμε μια σύντομη βόλτα μέσα στο σπίτι, ανοίγουμε ένα περιοδικό, πηγαίνουμε στο μπάνιο – αλλά δε μιλάμε στο παιδί, ακόμα κι αν προσπαθήσει να μας ακολουθήσει! Δεν ξανασυζητάμε το επεισόδιο και δεν κάνουμε κήρυγμα.
Εγκαθιστούμε ρουτίνες. Μεγάλο μέρος της επικοινωνίας με τα παιδιά αφορά γκρίνια για καθημερινά μικροπράγματα. Η εμπειρία δείχνει ότι όσο περισσότερες ρουτίνες έχουμε, τόσο λιγότερο χρειάζεται να κάνουμε τους «λοχαγούς». Τι είδους ρουτίνες; Συνήθειες, και ασχολίες που κάνουν τα παιδιά πριν κοιμηθούν ή πριν φύγουν από το σπίτι (βούρτσισμα δοντιών, τουαλέτα, μπάνιο, έλεγχο της τσάντας, παπούτσια κλπ). Για το παιδί που δυσκολεύεται να θυμηθεί τι πρέπει να κάνει και πότε, θα βοηθούσε να ζωγραφίσουμε, να γράψουμε τον τίτλο της ασχολίας ή να βγάλουμε φωτογραφία του παιδιού, καθώς κάνει την ασχολία και να φτιάξουμε ένα μικρό πόστερ με το εβδομαδιαίο ή το ημερήσιο πρόγραμμα των ρουτινών.
Προειδοποίηση: η εγκατάσταση της ρουτίνας δε γίνεται σε μια μέρα. Χρειάζεται επιμονή, επανάληψη, συνεχή, ψύχραιμη υπενθύμιση και ομοιόμορφη στάση κι από τους δύο γονείς. Με τον καιρό το παιδί θα μάθει τι έχει να κάνει, θα αποκτήσει μια νέα δεξιότητα, κι ο δικός μας ρόλος θα περιοριστεί στο να ρωτάμε: «Τι άλλο έχεις να κάνεις πριν φύγουμε για το σχολείο; Ας δούμε το πρόγραμμα!».
Περιορίζουμε τις εντολές στα πραγματικά μη-διαπραγματεύσιμα: Αν ποτέ δουλέψατε για κάποιον που σας ενοχλούσε διαρκώς με διαταγές, θα είχατε διάθεση για συνεργασία; Πάρα πολύ συχνά οι γονείς πέφτουμε στην παγίδα της άσκοπης διόρθωσης ή του πειθαρχικού σχολιασμού: «Δέσε τα κορδόνια σου!», «Μην ξύνεις τη μύτη σου!», «Μάσα πιο αργά!», «Βάλε το παλτό σου!».
Παρά τις καλές μας προθέσεις, σχόλια σαν αυτά ερεθίζουν και υποτιμούν, ειδικά τα «ζωηρά» παιδιά και μετατρέπουν την αλληλεπίδρασή που έχουμε μαζί τους σε μια μόνιμη αντιπαράθεση (με τον κίνδυνο να χαθεί για πάντα η διάθεσή τους να συνεργαστούν!). Δε θέλουμε κάθε αλληλεπίδραση με το παιδί μας να είναι διαταγή. Είναι πάρα πολλές φορές που οι εντολές μας αφορούν μικροπράγματα, χωρίς νόημα ή πραγματική ουσία και η καλύτερη τακτική είναι να τα αγνοήσουμε, περιορίζοντας τις εντολές στα πραγματικά απαραίτητα.
Λέμε «Όχι» με ήρεμο, «επαγγελματικό» τόνο: Όταν το παιδί γκρινιάζει και θέλει δεύτερο παγωτό, δε λέμε: «Γιατί πρέπει πάντα να γκρινιάζεις;». Είναι σα να του λέμε ότι είμαστε αδύναμοι και ευάλωτοι! Και το παιδί νιώθει ότι έχει την ευκαιρία να κερδίσει αυτό που θέλει, αν πιέσει πιο πολύ. Είναι σα να ακούει «Όχι» και «Ίσως» ταυτόχρονα. Αντί γι αυτό:
- Χρησιμοποιούμε την πιο επαγγελματική (=επίπεδη, χωρίς συναίσθημα) φωνή μας.
- Λέμε: «Δε γίνεται».
- Δεν προσθέτουμε την παραμικρή εξήγηση ή το ελάχιστο κήρυγμα.
Η στάση μας αυτή (δεν το εκφράζουμε με λόγια) διδάσκει το παιδί: «Μπορείς να βασίζεσαι σε μένα, γιατί δεν αλλάζω γνώμη. Μπορείς να το ζητήσεις 7000 φορές και πάλι η απάντηση θα είναι «όχι».
Αν το «όχι» που είπαμε πυροδοτήσει ένα ξέσπασμα θυμού (η γκρίνια δεν «έπιασε» – το παιδί προχωράει στο επόμενο «όπλο»): είμαστε αποφασισμένοι να μη χαθεί η ευκαιρία που παρουσιάζεται και για τους δυο μας: να δείξουμε στο παιδί ότι δεν επιλέγει εκείνο το πώς θα αντιδράσουμε. Εμείς επιλέγουμε. Άρα:
- Δεν αφήνουμε με τίποτε το θυμό, την περιφρόνηση ή τη ντροπή μας να μας παρασύρει, ώστε να ταυτιστούμε με τις φωνές του παιδιού.
- Παίρνουμε μια ήρεμη και χαλαρή στάση (π.χ. καθόμαστε και σταυρώνουμε τα πόδια μας). Μεταφέρουμε την προσοχή σε κάτι άλλο. Του ζητούμε να μας ακολουθήσει (Παράδειγμα: Πιάνουμε τις μπογιές και αρχίζουμε να ζωγραφίζουμε. Ρωτούμε: «Θέλεις κι εσύ;»). Του δίνουμε επιλογές («Λέω αύριο βράδυ να φτιάξουμε παγωτό στο σπίτι. Τι λες; Θα βοηθήσεις να διαλέξουμε γεύσεις;»)
- Αν είναι δυνατόν, απομακρυνόμαστε ήρεμα για λίγο από το σημείο, μέχρι το παιδί να σταματήσει να αντιδρά
Η στάση μας αυτή διδάσκει το παιδί (Δεν το εκφράζουμε με λόγια): «Θα μείνω ήρεμος/η γιατί εγώ ελέγχω την κατάσταση. Όχι εσύ».
«Επιδιορθώνουμε» τη σχέση:
- Αν κοιτάζουμε αλλού, ενώ το παιδί μας μιλά για το πώς πέρασε τη μέρα του (δίνοντας το πρότυπο για το πώς χειριζόμαστε στο σπίτι μας την επικοινωνία)
- Αν δεν υπάρχουν ευκαιρίες ή ασχολίες, όπου τακτικά μοιραζόμαστε πράγματα ή ενδιαφέροντα με το παιδί.
- Αν η καθημερινή συνδιαλλαγή μας περιορίζεται, τον περισσότερο χρόνο, σε παράλληλη συνύπαρξη, όπου ο καθένας απομονώνεται με τις δικές του ασχολίες και αλληλεπιδρά με τον άλλο, μόνο όταν έλθει η ώρα να δώσει ή να υπακούσει εντολές
- Αν αισθανόμαστε ότι ο αρνητισμός ή η εχθρικότητα είναι οι συναισθηματικοί τόνοι που κυριαρχούν στις περισσότερες καθημερινές αλληλεπιδράσεις μας με το παιδί
Τότε, εκτός των παραπάνω προτάσεων, χρειάζεται προχωρήσουμε άμεσα και σε συστηματική επανόρθωση της σχέσης με το παιδί (οικειότητα-επικοινωνία-συναισθηματική επαφή). Αναζητούμε οπωσδήποτε χρόνο (ακόμη και 20′-30′ την ημέρα είναι αρκετά) για κοινές ασχολίες, ενδιαφέροντα ή συζήτηση, όπου θα αλληλεπιδρούμε με το παιδί, με τρόπο μη-κατευθυντικό, μη-καθοδηγητικό, μη-διορθωτικό και, όσο είναι δυνατόν, ευχάριστο.
Μπορούμε να κάνουμε πράγματα που έχουν σχέση είτε με τα δικά του ενδιαφέροντα (π.χ. ακούμε μαζί εναλλάξ τη μουσική που αρέσει στον άλλο, από το διαδίκτυο), με τα δικά μας (π.χ. βγαίνουμε παρέα για ένα κέρασμα σε κάποιο κατάστημα της γειτονιάς μας) ή και με των δύο (π.χ. παίζουμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι που έχει παντομίμα ή αυτοσχεδιασμό). Είναι σημαντικό να εντάξουμε τέτοιες ευκαιρίες, όσο γίνεται νωρίτερα και σε τακτική βάση στο κοινό μας πρόγραμμά.
Η επιδιόρθωση της σχέσης με το παιδί μας είναι δική μας ευθύνη – όχι δική του!
Όσο πιο «δύσκολο», εναντιωματικό ή υπερκινητικό είναι ένα παιδί, τόσο πιθανότερο είναι η εχθρικότητα και ο αρνητισμός να εγκατασταθούν γρήγορα και μόνιμα στη σχέση με τους γονείς του. Όμως, όπως δείχνει η γνώση και η εμπειρία, τα παιδιά με αυτά τα χαρακτηριστικά φαίνεται ότι ανταποκρίνονται πολύ άσχημα σε ανθρώπους με τους οποίους έχουν ιστορικό κακής αλληλεπίδρασης και, επιπλέον, έχουν πολύ κακή ανοχή στον έλεγχο, την τιμωρία και τους υψηλούς, φορτισμένους συναισθηματικούς τόνους. Αντίθετα, είναι πολύ πιο πιθανό να υπακούν και να δεχθούν όρια και υποδείξεις με ανθρώπους με τους οποίους έχουν συναισθηματικούς δεσμούς – και νιώθουν ότι τα αποδέχονται, τα συμπαθούν και δεν τα απορρίπτουν.
Αντίθετα λοιπόν με τη φυσική ροπή που νιώθουν να τιμωρήσουν και να κριτικάρουν συνεχώς ένα τέτοιο παιδί, οι γονείς του πρέπει να πάρουν πολύ σοβαρά τη συναισθηματική σχέση μαζί του και, ταυτόχρονα με την οριοθέτηση και την πειθαρχία, να επενδύσουν εντατικά χρόνο και προσπάθεια στη διατήρηση της οικειότητας, της καλής επαφής και της επικοινωνίας με το παιδί τους. Στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας, όταν τιμωρίες και απαγορεύσεις θα έχουν, πλέον, περιορισμένη ισχύ, η καλή, θερμή σχέση είναι αυτή που θα δώσει κύρος και ουσία στα όρια και θα «πάει» γονείς και παιδιά μακριά!
Σπυριδούλα Κώτση
Ψυχίατρος παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων
Για την ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΣΗΜΕΡΑ
www.facebook.com/paidopsy.gr






