Τα παιδιά που δε μεγαλώνουν

Στα μάτια των γονιών, τα παιδιά παραμένουν πάντοτε μικρά, ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Είτε πρόκειται για εφήβους, είτε για ενήλικες, οι περισσότεροι κρατούν το ρόλο του παιδιού απέναντι στο γονιό τους. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, ο ρόλος του μικρού παιδιού είναι ασυμβίβαστος με άλλους ρόλους που καλείται το άτομο να πάρει στην κοινωνική του ζωή, όπως του επαγγελματία, του συζύγου, του γονιού. Πράγματι, αν είσαι μικρός και αδύναμος, δε θα κατορθώσεις να ανταπεξέλθεις στον κόσμο των ενηλίκων. Για να τα καταφέρεις, θα πρέπει να μεγαλώσεις.

Οι οικογένειες είναι δυναμικά συστήματα, τα οποία έχουν την τάση να αντιστέκονται στην αλλαγή, προκειμένου να κρατήσουν την ισορροπία τους. Γι’ αυτό το λόγο δοκιμάζονται έντονα κατά την περίοδο της εφηβείας, όπου τα παιδιά -στην πραγματικότητα η φύση- πιέζουν για αλλαγή, ενώ οι γονείς κάνουν ότι μπορούν για να μην αλλάξει τίποτα. Οι πιο ευέλικτες οικογένειες θα προσπαθήσουν να ικανοποιήσουν την ανάγκη των εφήβων για ελευθερία και να διαπραγματευτούν τη δυσκολία του αποχωρισμού και της απομάκρυνσης.

Σε άλλες περιπτώσεις, ο δεσμός του γονιού με το παιδί είναι τόσο έντονος, που δεν επιτρέπει στο γονιό να αποδεσμεύσει το παιδί του και συχνά ούτε στο παιδί να το επιχειρήσει.

Ο γονιός:
είναι πιθανό να αναπαράγει τη στενή σχέση που είχε με τη δική του οικογένεια. Μέσα από τη σχέση με το παιδί του αναβιώνει τη σχέση με τους δικούς του γονείς, ειδικά αν αυτοί δε βρίσκονται στη ζωή. Άλλες φορές ο γονιός έχει στερηθεί την επαφή με την οικογένειά του και αναπληρώνει τα συναισθηματικά κενά του. Κάποιες φορές, τυχαία γεγονότα, παίζουν κάποιο ρόλο: Μια δύσκολη εγκυμοσύνη, μια σοβαρή ασθένεια του βρέφους, ένα διαζύγιο κ.α., μπορεί να ωθήσουν τον ένα ή και τους δύο γονείς να γίνουν υπερπροστατευτικοί, να ανησυχούν πολύ γι’ αυτό, να είναι επικεντρωμένοι στις ανάγκες του.

Καθώς μεγαλώνει, μπορεί να επιζητούν να έχουν λόγο σε περισσότερους τομείς της ζωής του προκειμένου να αποτρέψουν το να πληγωθεί από φίλους ή συναδέλφους ή από το σύντροφό του. Πολλές φορές μπορεί να γίνουν επικριτικοί και απαξιωτικοί μαζί του, καθώς πραγματικά πιστεύουν ότι δε μπορεί να τα καταφέρει. Οι γονείς καταλήγουν να ζουν μέσα από το παιδί τους, να ζουν τη δική του ζωή.

Το παιδί:
μαθαίνει ότι είναι σημαντικό για τους γονείς του, ότι είναι ένα μ’ αυτούς. Οι επιλογές του δεν επιτρέπεται να αφορούν μόνο το ίδιο. Επηρεάζουν και άλλους. Μαθαίνει να φιλτράρει τις επιθυμίες του και να προσπαθεί να ικανοποιήσει μόνο εκείνες που δε θα στενοχωρήσουν τους γονείς του. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο βάρος. Οι προσπάθειές του να αποδεσμευτεί από αυτόν το ρόλο συνοδεύονται από πολύ μεγάλη ενοχή, γιατί αν το κάνει, χάνουν και οι γονείς το ρόλο τους. Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι οι γονείς, συχνά, εξαρτώνται από το παιδί τους πολύ περισσότερο απ’ ότι αυτό από εκείνους. Όσο το παιδί μεγαλώνει, τόσο πιο δύσκολο είναι να αποδεσμευτεί. Έτσι, παγιδεύεται.

Η σχέση του παιδιού με το γονιό του, συνήθως είναι αμφιθυμική. Ενώ υπάρχει μεγάλη αγάπη, συχνά εκφράζεται και μια επιθετικότητα και από τα δύο μέρη. Αυτό συμβαίνει γιατί η οικογένεια ζει μια σύγκρουση, η οποία δεν έρχεται στην επιφάνεια και εκτονώνεται με ασήμαντες αφορμές. Ο γονιός, αγαπάει και θαυμάζει το παιδί του αλλά ταυτόχρονα το θεωρεί αδύναμο, θέλει να ευτυχήσει αλλά δε συμφωνεί με τις προσωπικές του επιλογές, εύχεται να προχωρήσει επαγγελματικά αλλά δεν το ενθαρρύνει να παίρνει πρωτοβουλίες. Το παιδί νιώθει ασφάλεια μαζί με το γονιό του, αλλά δε νιώθει ελεύθερο και πλήρες. Η ανοιχτή σύγκρουση θα μπορούσε να φέρει αλλαγή, αλλά η οικογένεια αντιστέκεται. Συχνά, μια αδυναμία ή ασθένεια του παιδιού ή του γονιού εξασφαλίζει τη σταθερότητα του συστήματος. Κανείς δε μπορεί να εγκαταλείψει τον άλλο.

Η αλλαγή στο σύστημα, δεν είναι αδύνατη, αλλά είναι δύσκολο να γίνει. Συνήθως την επιζητά το παιδί και πιο σπάνια ο ίδιος ο γονιός. Μέσα από τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας, οι γονείς θα αναζητήσουν την πληρότητα στη μεταξύ τους σχέση και το παιδί θα ανακαλύψει τις επιθυμίες του και θα προσπαθήσει να τις πραγματοποιήσει χωρίς ενοχή. Αλλαγή λοιπόν αποτελεί η ενηλικίωση του παιδιού και η χάραξη της ατομικής του πορείας, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες και τις ανάγκες της γονεϊκής οικογένειας. Αυτό δε σημαίνει και συναισθηματική απομάκρυνση από το γονιό. Αντίθετα, ένα παιδί που μεγαλώνει, στέκεται στα πόδια του και αισθάνεται δυνατό είναι σε θέση να φροντίσει με τη σειρά του το γονιό που όσο μεγαλώνει έχει την ανάγκη να παραχωρήσει τα ηνία και να ξεκουραστεί, όπως η φύση έχει προβλέψει.

Ελένη Καρακωνσταντάκη
Ψυχολόγος