Παραμύθι: Η σημασία του παραμυθιού

Κάποτε, ο Αϊνστάιν, όταν ρωτήθηκε από μία μητέρα για το τι θα μπορούσε να κάνει ώστε ο γιος της να γίνει εξυπνότερος, απάντησε περίπου ως εξής: «Διαβάζετέ του παραμύθια». Η μητέρα, που φάνηκε να μην έχει μείνει απόλυτα ικανοποιημένη από την απάντηση, ρώτησε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει, αφού θα του έχει διαβάσει παραμύθια. Η απάντηση που πήρε, τότε, ήταν: «Διαβάστε του ακόμα περισσότερα παραμύθια!».

Απ’ ότι δείχνουν οι μελέτες γύρω από τη σημασία του παραμυθιού για το παιδί, φαίνεται πως υπάρχει μεγάλη αλήθεια στην άποψη αυτή. Ένα καλό παραμύθι έχει πάντα πολλές «αναγνώσεις», δηλαδή πολλά επίπεδα και οπτικές προσέγγισης που διευρύνουν, μεταξύ πολλών άλλων, την αντίληψη της πραγματικότητας ενός παιδιού.

Ένα καλό παραμύθι πραγματεύεται και μιλά για τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, δηλαδή, για τη ζωή και το θάνατο, για τις διαφορές ανάμεσα στο καλό και στο κακό κ.ά., με άλλα λόγια, για πολλές δυσκολίες και προκλήσεις που ο καθένας μας, ως άνθρωπος, πρόκειται να αντιμετωπίσει κάποια στιγμή στη ζωή του…

Πολλοί ενήλικες, είτε ως γονείς, είτε ως προσωπικό παιδικών σταθμών, είτε ως νηπιαγωγοί, βλέπουν την ώρα του παραμυθιού με τα παιδιά ως μια επαναλαμβανόμενη αγγαρεία που θα πρέπει να διεκπεραιωθεί, όπως και πολλές άλλες ρουτίνες που απαιτεί η φροντίδα και διαπαιδαγώγηση μικρών παιδιών. Οι περισσότεροι από αυτούς, όμως, μάλλον δε γνωρίζουν την τεράστια εξελικτική, γλωσσική, παιδαγωγική και εκπαιδευτική αξία των παραμυθιών και την ευκαιρία που τους δίνεται να διευκολύνουν το παιδί, για παράδειγμα, στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων, συναισθημάτων, φόβων -ρεαλιστικών και μη- κ.τ.λ., με έναν απόλυτα φυσικό και αβίαστο για το παιδί τρόπο.

Η σχέση παραμυθιού-φαντασίας

Η φαντασία παίζει έναν ιδιαίτερα καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη και στη συμπεριφορά ενός ατόμου. Διαμέσου του παραμυθιού, το παιδί έχει τη δυνατότητα να φανταστεί και να αποκτήσει γνώση και εμπειρία για πράγματα και καταστάσεις που ποτέ του προηγουμένως δεν έτυχε να συναντήσει ή να αντιμετωπίσει.

Ένα μέσο παιδί, που έχει καλή αντίληψη της πραγματικότητας, αποκτά έναν ικανοποιητικό έλεγχο της φαντασίας του όταν φθάνει σε ένα ορισμένο σημείο ωριμότητας που είναι συνήθως η ηλικία των 5 χρόνων περίπου. Πριν από την ηλικία αυτή και εφόσον δεν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις από την πλευρά των ενηλίκων -όσον αφορά στο διάβασμα των παραμυθιών-, υπάρχει πιθανότητα η φαντασία του παιδιού να επηρεάσει τον τρόπο που αυτό αντιλαμβάνεται την πραγματικότητά του, προκαλώντας του διάφορες φοβίες ή άλλου τύπου δυσκολίες, ακόμα και μέχρι του σημείου να δυσκολεύεται να διαχωρίσει ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα.

Για τους παραπάνω λόγους, λοιπόν, όταν διαβάζουμε παραμύθια σε μικρά παιδιά, θα πρέπει να έχουν μια συγκεκριμένη αρχή και ένα σαφές τέλος. Με τον τρόπο αυτόν, το παιδί θα γνωρίζει πότε μπαίνουμε στο χώρο της φαντασίας και πότε επιστρέφουμε στην πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που όλα τα παραμύθια σηματοδοτούν αυτήν την είσοδο στον φαντασιακό κόσμο τους με το «Ήταν μια φορά κι έναν καιρό…», την δε έξοδο από αυτόν και την επιστροφή στην πραγματικότητα με το «…και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…».

Μία άλλη σημαντική προϋπόθεση είναι η εξής: επειδή, σε ένα μικρό παιδί, η λογική δεν έχει τον έλεγχο του υποσυνείδητου -την ίδια στιγμή που οι εμπειρίες του δεν επαρκούν ώστε να του παρέχουν επαρκή πληροφόρηση- η φαντασία έχει ελεύθερο πεδίο δράσης, κατακλύζοντας πολλές φορές την πραγματικότητά του. Αυτό καθιστά την παρουσία ενός ενήλικα και την ύπαρξη διαλόγου ανάμεσα σε αυτόν και το παιδί -γύρω από διάφορα ερωτήματα, ασάφειες αλλά και συναισθήματα που η ανάγνωση ενός παραμυθιού μπορεί να πυροδοτήσει στο παιδί- άκρως απαραίτητα ώστε να διατηρηθεί η επαφή του παιδιού με την πραγματικότητα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να συμβαίνει όταν έχουμε να κάνουμε με ένα παιδί με διάφορες ανεπίλυτες ψυχικές συγκρούσεις ή που βρίσκεται σε κάποια εξελικτική φάση όπου κυριαρχούν -ούτως ή άλλως, όπως είναι φυσικό- διαφόρων ειδών απειλητικές φαντασιώσεις και συναισθήματα.

Οι θετικές επιπτώσεις των παραμυθιών

  • Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι σημαντικότερες επιπτώσεις των παραμυθιών είναι οι εξής:
  • Διευρύνουν τον κόσμο των εμπειριών του παιδιού, δίνοντάς του -ταυτόχρονα και με έναν φυσικό και αβίαστο τρόπο- σημαντικές πληροφορίες για την πολιτισμική του κληρονομιά.
  • Τροφοδοτούν και εξελίσσουν τη φαντασία που δίχως αυτήν δεν είναι δυνατόν να προκύψει κάτι καινούργιο και δημιουργικό.
  • Εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο του παιδιού, ενισχύουν την αφηγηματική του ικανότητα και γενικότερα τη δυνατότητα έκφρασής του.
  • Ενδυναμώνουν τη συναισθαντικότητα καθώς και την ικανότητα συγκέντρωσης του παιδιού. Το δεύτερο είναι ιδιαίτερα σημαντικό κυρίως με παιδιά που έχουν δυσκολίες διάσπασης προσοχής ή/και υπερκινητικότητας.
  • Διασκεδάζουν και δίνουν την ευκαιρία στο παιδί να έρθει σε επαφή και να διαχειρίζεται πολλά και έντονα συναισθήματα.
  • Δείχνουν τρόπους αντιμετώπισης και επίλυσης διαφόρων δύσκολων καταστάσεων και καλλιεργούν βασικές ηθικές αξίες και αρχές.

Οι ιδιαιτερότητες της αφήγησης παραμυθιών, συγκριτικά με την ανάγνωσή τους

Η αφήγηση παραμυθιών, ιδιαίτερα όταν γίνεται από κάποιον με ταλέντο και μεράκι, έχει έναν μαγικό τρόπο να συναρπάζει τα παιδιά. Είναι κάτι ανάλογο με μια υπέροχη θεατρική παράσταση που δημιουργεί μια μοναδική και αμφίδρομη επικοινωνία και διάδραση ανάμεσα σε ηθοποιούς και κοινό.

Η αφήγηση παραμυθιών αποτελεί μια πολύ παλιά και ευρέως διαδεδομένη παιδαγωγική μέθοδο στους περισσότερους πολιτισμούς. Στόχος της ήταν να μπορέσει το παιδί να αναγνωρίσει, μέσα από αυτήν, τον εαυτό του σε ανάλογες καταστάσεις και να κατανοήσει καλύτερα σημαντικά ζητήματα της ζωής.

Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της ζωντανής αφήγησης παραμυθιών είναι η στενή σχέση που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στο παιδί και τον αφηγητή. Η αμεσότητα και η βλεμματική επαφή που υπάρχει ανάμεσά τους καθώς και η ελευθερία κινήσεων (εκφράσεις προσώπου, γλώσσα σώματος κ.ά.), η δυνατότητα σωματικής εγγύτητας και αυτοσχεδιασμών που δίνει η απουσία συγκεκριμένου κειμένου ευνοούν τη δημιουργία μιας στενότερης σχέσης καθώς και μια καλύτερη αίσθηση της δομής του λόγου, της αφήγησης και, γενικότερα, της μάθησης.

Η θεραπευτική δύναμη των παραμυθιών

Διάφορες έρευνες που έχουν γίνει γύρω από το θέμα αυτό έχουν δείξει πως άτομα -που ως παιδιά διάβαζαν πολλά παραμύθια- διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης κάποιου ψυχικού νοσήματος ή να πεθάνουν πρώιμα. Κάτι ανάλογο ισχύει και για παιδιά που διαβάζουν πολλά παραμύθια. Τα ευρήματα αυτά -αν και δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί επιστημονικά- αποτελούν μια σημαντική διαπίστωση.

Άσχετα από το αν έχει βρεθεί ή όχι ακόμα κάποια επιστημονική εξήγηση, όλοι οι επαγγελματίες αλλά και πολλοί απλοί άνθρωποι γνωρίζουν τη δύναμη και τις ευεργετικές επιπτώσεις ενός καλού παραμυθιού με θεματολογία ανάλογη των δυσκολιών που αντιμετωπίζει αυτός που το ακούει ή το διαβάζει. Η θεραπευτική επίδραση των παραμυθιών είναι σαν το σακίδιο με τα πολύτιμα εφόδια που κουβαλά στη ράχη του ένας πεζοπόρος ή ορειβάτης που, όταν έρθει η στιγμή, τον βοηθούν καθοριστικά ώστε να καταφέρει να φέρει σε πέρας το εγχείρημά του. Η πλοκή των παραμυθιών βοηθά αυτόν που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση να ταυτιστεί με κάποιον από τους ήρωές της και, με τον τρόπο αυτόν, στο τέλος να δικαιωθεί, να επιβραβευθεί, να ευτυχίσει, να απαλλαγεί από το κακό που τον βρήκε κ.ά…

Επίλογος

Τα παραμύθια είναι διαχρονικά και έχουν παγκόσμια εμβέλεια καθώς σε αυτά συναντάμε πανάρχαια αρχέτυπα της ιστορικής πορείας της ανθρωπότητας, όπως είναι οι διάφοροι ήρωες, οι δράκοι, οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες, οι πρίγκιπες και οι πριγκίπισσες, οι μάγισσες, οι μητριές, τα ξωτικά κ.ά., που συμβολίζουν σημαντικές πλευρές της εξέλιξής μας και βαθιά ριζωμένες συγκρούσεις εντός μας. Διαμέσου της αφήγησης/ανάγνωσης παραμυθιών δίνεται η δυνατότητα να ανακινηθούν και να αναδυθούν ανάλογοι προβληματισμοί, συγκρούσεις και εμπειρίες που τυχόν έχει βιώσει/βιώνει ένα παιδί αλλά και μια νέα ευκαιρία επίλυσης και αποκατάστασής τους.

Τα παραμύθια, όλες τις εποχές -όπως και οι παλιές και αθάνατες ελληνικές ταινίες- έδιναν, για παράδειγμα, την ευκαιρία σε φτωχούς και κατατρεγμένους να ονειρεύονται και να ελπίζουν πως ίσως και οι ίδιοι καταφέρουν κάποια στιγμή να ζήσουν μια καλύτερη ζωή, όπως ακριβώς και οι ήρωες/πρωταγωνιστές τους. Μας μαθαίνουν, επίσης, να εξελίξουμε μια εσωτερική ποιότητα ως άτομα, διαμέσου μηνυμάτων όπως π.χ. πως η αλληλεγγύη προς τους άλλους και η έντιμη προσπάθεια κάποια στιγμή επιβραβεύονται κ.τ.λ.

Με την είσοδο της τηλεόρασης στη ζωή μας και της, σε μεγάλο βαθμό, αντικατάστασης της αφήγησης ή του διαβάσματος παραμυθιών από ταινίες και κινούμενα σχέδια με φωνές ηθοποιών κ.τ.λ., η δυνατότητα των παιδιών για εξέλιξη της φαντασίας τους και της αμεσότερης και πιο ενεργητικής συμμετοχής τους σε αυτά έχει μειωθεί δραματικά. Η έλλειψη πρόσβασης σε κάποιον ενήλικα που να δίνει στα παιδιά τη δυνατότητα να μπορούν να θέτουν άμεσα τα όποια ερωτήματά που τυχόν προκύπτουν εντός τους και να παίρνουν ανακουφιστικές απαντήσεις ή επεξηγήσεις έχει, επίσης, μειωθεί δραματικά. Τις συνέπειες αυτών των αλλαγών, όπως συνήθως συμβαίνει, θα τις μάθουμε κάποια στιγμή με ακρίβεια. Ας ελπίσουμε πως δεν θα είναι σοβαρές…

Πηγή: www.i-psyxologos.gr