Διαχείριση κρίσεων: όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι
Όλοι ανεξαιρέτως οι γονείς φτάνουν κάποιες φορές στο σημείο να συγκρουστούν με τα παιδιά τους. Ο αρνητισμός και το πείσμα που χαρακτηρίζουν τα μικρότερα παιδιά, η αδιαφορία ή η προκλητικότητα των εφήβων αλλά και η κούραση και το άγχος των γονιών προκαλούν ένταση και εκνευρισμό. Οι προσπάθειες για διάλογο, παρότι ειλικρινείς και φιλότιμες, καταλήγουν πολλές φορές σε ανοιχτή σύγκρουση. «Ξεκινάμε συζητώντας ήρεμα, αλλά στο τέλος καταλήγουμε να καβγαδίζουμε» λένε πολλοί γονείς.
Η αλήθεια είναι ότι η συζήτηση μεταξύ δύο ατόμων δεν καθιστά πάντα διάλογο. Διάλογος σημαίνει ακούω το συνομιλητή μου, λαμβάνω υπόψη μου τα όσα λέει, μπαίνω στη θέση του και προσπαθώ να τον καταλάβω, εκθέτω και τα δικά μου επιχειρήματα και στο τέλος συζητάμε για τις σκέψεις μας πάνω στα όσα ειπώθηκαν. Οι γονείς σπάνια κάνουν διάλογο με τα παιδιά τους. Συνήθως έχουν εκ των προτέρων πάρει αποφάσεις για τα παιδιά τους, τα παιδιά έχουν επίσης αποφασίσει τι θέλουν να επιτύχουν και η συζήτηση μετατρέπεται σε έναν αγώνα για το ποιος θα επικρατήσει. Πολλές φορές επιστρατεύονται μέσα όπως το ψέμα, ο συναισθηματικός εκβιασμός, η λεκτική βία. Ο γονιός και το παιδί συζητούν μεν, είναι όμως αντίπαλοι, η συζήτηση περισσότερο τους απομακρύνει παρά τους ενώνει. Ας δούμε ένα πολύ απλό παράδειγμα μη εποικοδομητικής συζήτησης:
– Γιος (10 ετών): Θέλω να κοιμηθώ στο σπίτι του Νίκου απόψε
– Μητέρα: Ξέρεις ότι εγώ κι ο μπαμπάς δε συμφωνούμε να λείπεις βράδυ από το σπίτι.
– Γιος: Μα, έχω τόσες μέρες να δω το Νίκο!
– Μητέρα: Να σε πάω το απόγευμα να δεις το φίλο σου και να περάσω το βραδάκι να σε πάρω.
– Γιος: Μα το έχουμε συζητήσει με το Νίκο και οι γονείς του συμφωνούν.
– Μητέρα: Με εμάς όμως δεν το συζήτησες!
– Γιος: Στο λέω τώρα!
– Μητέρα: Κι εγώ λέω πως δε θα πας!
– Γιος: Πάντα έτσι κάνεις! Όλο όχι λες!
Η συζήτηση μπορεί να κρατήσει πολύ, με τους τόνους να ανεβαίνουν όλο και περισσότερο. Ακολουθούν οργή, αγανάκτηση, εξάντληση, ενοχή.
Για να υπάρξει πραγματική επικοινωνία ακόμα και σε στιγμές διαφωνίας και να αποφευχθεί η κρίση υπάρχουν κατάλληλες τεχνικές:
- Ακούμε προσεκτικά τον άλλο, διαβάζουμε πίσω από τις λέξεις, ψάχνουμε για το κρυμμένο συναίσθημα. Π.χ. όταν ο γιος λέει «έχω τόσες μέρες να δω το Νίκο» μήπως εννοεί «νιώθω μόνος»; όταν ο γονιός λέει «με εμάς δεν το συζήτησες» μήπως εννοεί «δε μας υπολογίζεις»;
- Εκφράζουμε αυτό το συναίσθημα ανοιχτά. Π.χ. «Έτσι όπως σε ακούω σκέφτομαι πως νιώθεις μοναξιά. Δεν το είχα παρατηρήσει πριν. Τι σου συμβαίνει;» ή στην περίπτωση του γονιού «Νιώθω πως δε με υπολογίζεις. Θέλω να μετράει η γνώμη μου για σένα».
Ειδικά στην επικοινωνία με τα παιδιά είναι πολύ χρήσιμο να καθρεφτίζουμε το συναίσθημά τους αλλά και να εκθέτουμε το δικό μας γιατί δεν είναι σε θέση να το κάνουν τα ίδια. Δεν είναι ωστόσο μια εύκολη τεχνική μια που και οι ενήλικες συχνά -περισσότερο λόγω διαπαιδαγώγησης- δυσκολευόμαστε τόσο στην αναγνώριση των συναισθημάτων μας όσο και στην έκφρασή τους.
Όταν οι τόνοι ανεβαίνουν, επειδή το παιδί επιμένει παρά τη δική μας ήρεμη αντιμετώπιση: - Δίνουμε θετικές ερμηνείες στη συμπεριφορά του παιδιού μας. Πολλές φορές οι γονείς περνούν στην αντεπίθεση επειδή βλέποντας το παιδί να απαιτεί και να φωνάζει, αρνητικές σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό τους και τους πανικοβάλλουν. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να βάλουμε στην άκρη σκέψεις όπως «είναι πολύ απαιτητικός, αν μεγαλώσει λίγο πού θα φτάσει, μα τόσο λάθος έκανα στη διαπαιδαγώγησή του;» κι ας εστιάσουμε στα θετικά σημεία της συμπεριφοράς του (πάντα υπάρχουν) π.χ. «Χαίρομαι που ξέρεις να διεκδικείς αυτό που θέλεις αλλά είμαι σίγουρη ότι μπορείς να καταλάβεις πόσο δύσκολο είναι για μένα και το μπαμπά να λείπεις βράδυ από το σπίτι μας.» Μάλλον δε θα ικανοποιηθεί από την απάντηση αλλά δεν εισπράττει απόρριψη και αρνητισμό και αυτό φέρνει ανακούφιση.
- Επιστρατεύουμε το χιούμορ. Δεν προσπαθούμε να αλλάξουμε θέμα, συζητάμε με το παιδί αυτό που το απασχολεί αλλά μόλις βρούμε την κατάλληλη ευκαιρία λέμε κάτι χαριτωμένο. Με το γέλιο απελευθερωνόμαστε από την ένταση και αποκαθιστούμε την επικοινωνία. Πολλοί γονείς πιστεύουν ότι το χαμόγελο και το χάδι δεν έχουν θέση σε μια σοβαρή συζήτηση γιατί τα παιδιά τα εκμεταλλεύονται. Ισχύει το αντίθετο. Υπό την προϋπόθεση ότι ο γονιός είναι σταθερός στα όσα λέει, η καλή επαφή (το χαμόγελο, η αγκαλιά, οι χαμηλοί τόνοι) περνούν στο παιδί το μήνυμα ότι μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να μαλώνουμε και ότι τα σοβαρά θέματα συζητούνται και λύνονται.
Ελένη Καρακωνσταντάκη
Ψυχολόγος