Πολλές φορές επικρατεί η άποψη πως τα παιδιά είναι προέκταση του γονέα και καθρέφτης τους. Η πεποίθηση αυτή αυξάνει τις προσδοκίες των γονιών από το παιδί. Έτσι οι γονείς προσδοκούν και περιμένουν από το παιδί τους να συμπεριφέρεται ορθά, σωστά, με πειθαρχία και ευγένεια, ώστε να μη βρεθούν σε δύσκολη θέση και να μην τους εκθέσει το παιδί στα μάτια τρίτων, ως γονείς. Όταν το παιδί δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την εικόνα, ο γονέας αισθάνεται πως η συμπεριφορά του παιδιού του τον προσβάλει, τον θίγει ακόμα και ότι τον αδικεί. Έτσι, ακούμε γονείς να εκφράζουν αποδοκιμασία για τη συμπεριφορά του παιδιού τους, να ντρέπονται για αυτή και να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τόσο το παιδί τους όσο και τον ίδιο τους τον εαυτό. Ακούμε γονείς να λένε «εγώ δε σε μεγάλωσα έτσι», «που τα έχεις μάθει αυτά», «εμείς στο σπίτι δε συμπεριφερόμαστε έτσι» και άλλα, κυρίως με σκοπό να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους στους τρίτους, ώστε να μην κακοχαρακτηριστούν ως ανεπαρκείς γονείς.

Θεωρούν δηλαδή, λανθασμένα, πώς εάν το παιδί τους συμπεριφερθεί με αγένεια ή ανωριμότητα είναι επειδή οι ίδιοι το έχουν περάσει στο παιδί τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον παράγοντα της προσωπικότητας, του χαρακτήρα του παιδιού ή και άλλων εξωτερικών παραγόντων οι οποίοι συμβάλουν στην διαμόρφωση της συμπεριφοράς ενός παιδιού.

Κομμάτι αυτής της πεποίθησης είναι και οι επιλογές των παιδιών. Οι γονείς θεωρούν πως το παιδί πρέπει ακολουθήσει τα δικά τους όνειρα, να κάνει τις ίδιες επιλογές που θα έκαναν και εκείνοι, ενώ δεν κατανοούν πως μπορεί το παιδί να έχει τελείως διαφορετικά ενδιαφέροντα και βλέψεις για το μέλλον του από αυτά που έχουν οι γονείς του. Ένα παράδειγμα αυτής της κατάστασης που συναντάμε συχνά είναι ένας μορφωμένος γονέας, ο οποίος έχει τελειώσει πανεπιστήμιο, να δυσφορεί, να απορεί και να μη μπορεί να δεχτεί την καλλιτεχνική φύση του παιδιού του, την άρνησή του για το σχολείο και τα μαθήματα και την επιλογή της επαγγελματικής του πορείας και εξέλιξης όταν αυτή είναι τελείως διαφορετική από αυτό που ο ίδιος περίμενε, προσδοκούσε ή ονειρευόταν για το παιδί του.

Συμπληρωματικά, παρατηρούμε γονείς οι οποίοι δηλώνουν ανοιχτά την απογοήτευση τους για τις επιλογές του παιδιού τους, ακόμα και την έκφραση αισθημάτων ντροπής για αυτό. Κάτι τέτοιο φυσικά έχει επίπτωση στο παιδί, στον ψυχισμό του και αλλά και στη σχέση γονέα – παιδιού. Όσο δύσκολο ή κόντρα στα πιστεύω του γονέα κι αν είναι, οι γονείς πρέπει να είναι ανοιχτοί και υποστηρικτικοί στο παιδί, να σέβονται τις επιλογές του και να μη θεωρούν πως είναι προέκταση του εαυτού τους. Αντίθετα, το παιδί είναι ένα αυτόνομο, ελεύθερο άτομο, με ελεύθερη βούληση, το οποίο είναι σε θέση μεγαλώνοντας να κάνει τις επιλογές του, να τις υποστηρίζει και να αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών αυτών, καθώς και τις συνέπειες.

Κατσαούνη Μαρία, Ψυχολόγος (MSc)
psyxology.gr