Η ιστορία μιας οικογένειας αποτελείται από διαφορετικά στάδια και εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Αρχίζει με τη γνωριμία των γονιών, συνεχίζει με το γάμο ή τη συμβίωσή τους, τη γέννηση και το μεγάλωμα των παιδιών και, τέλος, ολοκληρώνεται με τη φυγή των παιδιών από το σπίτι για να ζήσουν μόνα τους ή για να δημιουργήσουν δική τους οικογένεια. Η αποχώρηση των παιδιών από το σπίτι επαναφέρει τους γονείς και πάλι σε μια δυαδική σχέση, πολύ διαφορετική, όμως, από την αρχική, που θα πρέπει να διαχειριστούν. Η μετάβαση από την ύπαρξη παιδιών στο σπίτι σε μια ζωή χωρίς παιδιά, επειδή αυτά έχουν φύγει και ζουν μόνα τους, είναι μια εξελικτική φάση στο μέσο περίπου της ζωής που πυροδοτεί συχνά έντονα και δύσκολα συναισθήματα, κυρίως στους γονείς. Δεν έχει σημασία ποια είναι η ηλικία των παιδιών που μετακομίζουν. Όποια και αν αυτή είναι, ο πόνος που βιώνουν όσοι πονούν είναι το ίδιο μεγάλος.

Η μετακόμιση των παιδιών από το σπίτι είναι ένα αποφασιστικό βήμα προς την αυτονομία και την ενηλικίωση που, όμως, εξαρτάται και επηρεάζεται από διάφορους πολιτισμικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες που ποικίλουν από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, δεν είναι το ίδιο εύκολο για ένα 19χρονο ελληνόπουλο να ζήσει μόνο του όσο είναι για ένα αντίστοιχης ηλικίας νέο άτομο στη Σουηδία.

Οι αντιδράσεις των γονέων

Όταν τα παιδιά ενηλικιώνονται και φεύγουν από το πατρικό τους, η ζωή των γονιών αλλάζει δραματικά. Η μεγαλύτερη κοινή αποστολή των γονιών έχει ολοκληρωθεί. Ξαφνικά, το σπίτι μοιάζει άδειο και επικρατεί μια πρωτόγνωρη σιωπή. Δεν κλείνουμε πια τα αυτιά μην αντέχοντας τις δυνατές φωνές και τη μουσική στη διαπασών κι ούτε βλέπουμε ρούχα παρατημένα όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα. Το δωμάτιο του παιδιού επιτέλους τακτοποιημένο, μα άδειο. Η αφόρητη ακαταστασία, που δεν αντέχαμε μέχρι και πριν από κάποιο διάστημα, αρχίζει να μας λείπει, όπως και η ύπαρξη κενών συσκευασιών γάλακτος στο ψυγείο που σχεδόν ποτέ δεν πετιόνταν, όπως θα έπρεπε, στα σκουπίδια. Ξαφνικά, οι γονείς στέκονται, λιγότερο ή περισσότερο, αμήχανοι ο ένας απέναντι στον άλλον, και θα πρέπει κάτι ουσιαστικό να μπορούν να πουν ή να κάνουν.

Όταν, τελικά, τα έντονα χρόνια του ρόλου μας ως γονέα περάσουν ανεπιστρεπτί, προκύπτει αναπόφευκτα το ερώτημα: «Ποιοι είμαστε και πως καλύπτουμε πλέον τον άφθονο ελεύθερό μας πλέον χρόνο;», «Τι άλλο κοινό, πλην των παιδιών, έχουμε με το άτομο που κοιμάται δίπλα μου ή τρώει σιωπηλά απέναντί μου;». Για το όταν γινόμαστε γονείς έχουν γραφεί χιλιάδες χιλιάδων βιβλία, σχεδόν κανένα όμως για την τεράστια αλλαγή που συνιστά η οριστική μετακόμιση των παιδιών από το σπίτι.

Το χρονικό διάστημα που ακολουθεί της μετακόμισης των παιδιών πυροδοτεί δύο κυρίως μορφές αντιδράσεων στους γονείς, μία θετική και μία αρνητική. Η περίοδος αυτή μπορεί να γίνει είτε αφορμή προσωπικής εξέλιξης, αλλά και εξέλιξης της σχέσης των γονέων -που είναι και το πιο σύνηθες- είτε μια περίοδος σκληρής δοκιμασίας της.

Στην πρώτη περίπτωση, οι γονείς βιώνουν μια νέα πνοή ελευθερίας και ενδιαφέροντος στη σχέση τους που την ανανεώνει και την εμπλουτίζει. Εάν, επιπλέον, διατηρήσουν μια συχνή επαφή με τα παιδιά τους, και μετά τη μετακόμιση των τελευταίων, φαίνεται πως στη σχέση των γονιών δημιουργείται συχνά και μια αίσθηση μεγαλύτερου αυθορμητισμού και εγγύτητας, ο κοινός τους χρόνος γίνεται πιο ποιοτικός, η δε επαφή τους με φίλους και πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός τους συχνότερη.

Μια καλή και συχνή σχέση μεταξύ γονέων και ενήλικων παιδιών που έχουν μετακομίσει από το σπίτι έχει συχνά ως συνέπεια την καλύτερη ψυχική και σωματική υγεία, κυρίως των γονέων, και μια αυξημένη ικανότητα και των δύο μερών να διαχειρίζονται δυσκολίες.

Στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή όταν η φυγή των παιδιών επηρεάζει με τρόπο αρνητικό την ψυχική διάθεση των γονιών, αλλά και τη μεταξύ τους σχέση, τα αισθήματα απώλειας, θλίψης, ανησυχίας, άγχους, αλλά και δυσαρέσκειας για τη νέα κατάσταση της ζωής τους είναι συνήθη φαινόμενα. Όταν συμβαίνει αυτό, η κατάσταση που προκύπτει αποκαλείται ως «σύνδρομο της άδειας φωλιάς» και αναφέρεται στις αρνητικές αντιδράσεις των γονέων που εμφανίζονται μετά τη μετακόμιση των παιδιών από το σπίτι. Ως μία σημαντική αιτία της εμφάνισης του συνδρόμου της άδειας φωλιάς θεωρείται πως είναι οι δομικές αλλαγές που προκύπτουν στην οικογένεια, όταν η κατανομή ρόλων και οι ταυτίσεις συνδέονταν στενά με το γονικό ρόλο. Όταν αυτός ο ρόλος «ατονεί» με τη μετακόμιση των παιδιών, ένας γονέας, που στήριζε την αίσθηση της ταυτότητας και αξίας του κυρίως στο να είναι γονιός, αρχίζει να αισθάνεται πως χάνει, κατά κάποιον τρόπο, τη γη κάτω από τα πόδια του, μην ξέροντας, από εδώ και πέρα, ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία/αξία του στη ζωή. Σε κοινωνίες, όπου ο ρόλος της γυναίκας συνδέεται κυρίως με το να είναι μητέρα, οι συναισθηματικές αντιδράσεις των γυναικών/μητέρων, όταν τα παιδιά τους μετακομίζουν από το σπίτι, είναι πολύ εντονότερες, σε σύγκριση με αυτές γυναικών σε κοινωνίες όπου η γυναίκα έχει περισσότερους ρόλους, εκτός του μητρικού (π.χ. εργαζόμενη, σπουδάζουσα, έχουσα καριέρα κ.τ.λ.).

Το σύνδρομο της άδειας φωλιάς δε θεωρείται τόσο ως μια κλινική οντότητα όσο ως ένα μέσο εξήγησης και ερμηνείας ισχυρών οικογενειακών δεσμών. Η μετακόμιση των παιδιών από το σπίτι μπορεί, επίσης, να αποτελέσει αφορμή να πυροδοτηθούν υποβόσκοντα προβλήματα και απωθημένες συγκρούσεις εντός της οικογένειας. Η ύπαρξη παιδιών στο σπίτι αποτελεί συχνά σοβαρό λόγο άρνησης ή απώθησης προβλημάτων, π.χ. μεταξύ των γονιών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει το ενδεχόμενο αυτή η άρνηση ή απώθηση προβλημάτων και συγκρούσεων να συνεχίσει να υφίσταται ακόμα και μετά τη μετακόμιση των παιδιών από το σπίτι, το δε σύνδρομο της άδειας φωλιάς να λειτουργεί -εν μέρει τουλάχιστον- ως άλλοθι της αδυναμίας των γονιών να βρουν εναλλακτικούς ρόλους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο περαιτέρω προσωπικής ή/και διαπροσωπικής εξέλιξης και δημιουργίας νέας ταυτότητας, όπως, για παράδειγμα, η μετάβαση από το ρόλο της μητέρας και του πατέρα, στο ρόλο του/της συζύγου/συντρόφου. Πιθανές συνέπειες μιας αδυναμίας των γονιών να βρουν ένα νέο ρόλο είναι ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης κατάθλιψης, κατάχρησης αλκοόλ κ.τ.λ.

Πολύ δυσκολότερη είναι, συνήθως, η θέση του γονέα μιας μονογονεϊκής οικογένειας. Στην περίπτωση αυτή, ο γονιός χρειάζεται να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να μη χάσει την προσωπική του ισορροπία και την ικανότητά του να τηρεί τα απαραίτητα όρια ώστε να μη δημιουργεί ενοχές και βασανιστικά διλήμματα στο παιδί που έχει αποφασίσει να ανοίξει τα φτερά του και να ζήσει τη δική του ζωή μακριά από το γονιό του.

Πάντως, η μετακόμιση των παιδιών από το σπίτι δε δημιουργεί στους γονείς, όπως θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει από τα έως τώρα γραφόμενα, είτε αποκλειστικά θετικές είτε αποκλειστικά αρνητικές αντιδράσεις. Ο διαχωρισμός αυτός είναι σχηματικός ώστε να διευκολυνθεί η κατανόηση αυτής της φάσης της ζωής μιας οικογένειας. Το πλέον σύνηθες είναι οι γονείς να βιώνουν ένα μείγμα μεγαλύτερης ή μικρότερης θλίψης -επειδή το παιδί φεύγει οριστικά από το σπίτι- και, ταυτόχρονα, ικανοποίησης -επειδή ανοίγει τα φτερά του προς την αυτονομία και ενηλικίωση- πράγμα για το οποίο άλλωστε οι περισσότεροι γονείς προσπαθούν να διευκολύνουν από την αρχή της ζωής του παιδιού τους. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να έχουμε υπόψη πως το σύνδρομο της άδειας φωλιάς, αφενός, δε βιώνεται από όλους τους γονείς και, αφετέρου, δε βιώνεται στον ίδιο βαθμό από όλους.

Μια νέα μορφή αυτονομίας ανατέλλει

Η μετακόμιση των παιδιών από το σπίτι δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας αίσθησης αυτονομίας τόσο στα παιδιά όσο και στους ίδιους τους γονείς. Η έννοια της αυτονομίας είναι σύνθετη και πολυπαραγοντική, στην οποία η διεργασία του αποχωρισμού-εξατομίκευσης κατέχει κεντρική θέση στην πορεία εγκαθίδρυσης μιας αίσθησης εαυτού, διαχωρισμένου, πρωτίστως, από τα αγαπημένα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της αυτονομίας έχει να κάνει με την ικανότητα κάποιου να αυτοδιαχειρίζεται τον εαυτό και τη ζωή του, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των αποφάσεών του αλλά και των όποιων τυχόν συνεπειών τους. Όσον αφορά στη σχέση γονέων-παιδιού, μετά τη μετακόμιση των τελευταίων από το σπίτι, η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι γονείς είναι η εξεύρεση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη του παιδιού για αυτονομία και στην όποια υποστήριξη πιθανόν χρειαστεί κάποια στιγμή από τους γονείς του. Ο βαθμός της ικανότητας του γονέα να προσφέρει ζεστασιά και στήριξη στο παιδί του, που έχει φύγει από το σπίτι, σχετίζεται άμεσα με την ικανότητά του γονέα να μπορεί να λειτουργεί υπεύθυνα στη νέα του σχέση με το παιδί. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ο γονιός να αποδεχθεί πως το παιδί του ενηλικιώνεται, πως δεν τον έχει στον ίδιο βαθμό, όπως παλαιότερα, ανάγκη και να δείχνει σεβασμό στις προσωπικές του επιλογές. Η ικανότητά μας να αποχωριζόμαστε από κάθε τι οικείο, αγαπημένο και που μας δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας και γλυκύτητας αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ζωής που αρχίζουμε να μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε από τη στιγμή της γέννησής μας και σε σχέση με τους γονείς μας. Κάθε τι που προκαλεί πρώιμα αισθήματα αποχωρισμού, σε βάρος της ανάγκης μας, ως παιδιά, για ασφάλεια και εγγύτητα, δημιουργεί αργότερα στη ζωή μια ανάγκη αναπλήρωσης όσων δεν εισπράξαμε επαρκώς. Όσο εντονότερη είναι η ανάγκη αυτή τόσο εντονότερες είναι και οι αναταράξεις στις μελλοντικές ερωτικές και φιλικές κυρίως σχέσεις μας, εξαιτίας των υποσυνείδητων και μη ρεαλιστικών, για την παρούσα φάση της ζωής μας, προσδοκιών που οδηγούν συνήθως είτε στην προσκόλληση είτε στην αποφυγή.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που κάποιοι έχουν ιδιαίτερες δυσκολίες να βάλουν τελεία σε κάτι, δηλαδή να αποχωρίζονται ή να αποδέχονται μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους, όπως είναι για παράδειγμα και η μετακόμιση των παιδιών από το σπίτι. Κάθε απώλεια, όμως, δίνει τη δυνατότητα και για κάτι καινούργιο ή κάτι άλλο αγαπημένο, αλλά ξεχασμένο. Όλα αυτά είναι μια πρόκληση που όλοι μας, μετά από μια τέτοια κατάσταση, καλούμαστε να διαχειριστούμε. Ας το πράξουμε, λοιπόν, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιτυχία.

Πηγή: www.i-psyxologos.gr