Παιδί και θάνατος στη σύγχρονη κοινωνία

Μέχρι και πριν από πριν μερικές δεκαετίες, γεννιόμασταν, ζούσαμε και πεθαίναμε στο σπίτι μας. Σήμερα, γεννιόμαστε και πεθαίνουμε συνήθως σε κάποιο νοσοκομείο. Ο θάνατος δεν αποτελεί πλέον κομμάτι της καθημερινότητάς μας, αλλά έγινε κάτι άγνωστο, απόμακρο, σκοτεινό και, συνεπώς, πολύ πιο ασαφές και απειλητικό, ιδιαίτερα για τα μικρότερης ηλικίας παιδιά. Σήμερα, πολλά άτομα νοσηλεύονται σε ψυχιατρικές κλινικές εξαιτίας μιας μη ολοκληρωμένης διεργασίας πένθους. Επειδή το πένθος έχασε τη φυσική του θέση στην καθημερινότητα, πολλοί άνθρωποι στερούνται την ευκαιρία όχι μόνο να διαχειρίζονται απώλειες, αλλά και να λειτουργούν υποστηρικτικά προς κάποιον που πενθεί. Παράλληλα, όμως, με την αποξένωσή μας από τον πραγματικό θάνατο, αυτός είναι καθημερινά παρών, στις σύγχρονες κοινωνίες, περισσότερο από ποτέ. Τα Μ.Μ.Ε. μας βομβαρδίζουν καθημερινά με φόνους, δυστυχήματα, θύματα κάθε μορφής βίας κ.ά., ενώ κάτι ανάλογο συμβαίνει στα παιδικά ηλεκτρονικά παιχνίδια, σε πολλές παιδικές τηλεοπτικές σειρές, περιοδικά, μουσική κ.τ.λ., διευρύνοντας έτσι το χάσμα ανάμεσα στην εικονική και τη βιούμενη πραγματικότητα με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο αποκλεισμός των παιδιών από τις τελετουργίες διεργασίας πένθους αφαιρεί τη δυνατότητα επεξεργασίας των συναισθημάτων τους και της διεύρυνσης της κατανόησής τους για το θάνατο.

Τώρα πλέον, όλοι οι ερευνητές και οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας ενθαρρύνουν την ενεργητική συμμετοχή ενηλίκων και παιδιών στις τελετουργίες ταφής οικείων προσώπων, τονίζοντας την αναγκαιότητα ο θάνατος να πάψει να είναι «ταμπού» και να ξαναγίνει μέρος της καθημερινότητάς μας. Στο βαθμό που αυτό επιτυγχάνεται, αυξάνεται και η δυνατότητα μιας αποτελεσματικής στήριξης ατόμων του περίγυρού μας που πενθούν, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για παιδιά.

Οι αντιδράσεις πένθους του παιδιού

Οι αντιδράσεις μας, μετά από ένα τραυματικό γεγονός, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της προσπάθειας αντιμετώπισης και επεξεργασίας αυτής της κατάστασης. Για το λόγο αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό εάν και με ποιον τρόπο οι αντιδράσεις αυτές εκφράζονται και αντιμετωπίζονται.

Οι αντιδράσεις πένθους του παιδιού ποικίλουν και εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, όπως:

  • την ηλικία του
  • τη νοητική και ψυχική του κατάσταση
  • το εξελικτικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται
  • την ικανότητά του να κατανοήσει το περιεχόμενο του συμβάντος
  • την ικανότητά του να μιλήσει για το συμβάν και να εκφρασθεί συναισθηματικά
  • τις προηγούμενες κρίσεις και τον τρόπο αντιμετώπισής τους
  • το είδος της σχέσης με τον νεκρό
  • το είδος της σχέσης με τα υπόλοιπα άτομα του περίγυρου
  • το πένθος των γονέων ή του γονέα
  • τη στήριξη από οικογένεια και περίγυρο
  • τις υπόλοιπες αλλαγές στο άμεσο περιβάλλον του παιδιού εκτός του συμβάντος

Τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, πενθούν το καθένα με το δικό του τρόπο. Κάποια αντιδρούν έντονα και άλλα ίσως να μη δείχνουν σχεδόν κανένα συναίσθημα, συνεχίζοντας, για παράδειγμα, το παιχνίδι τους ακόμα και μετά την πληροφόρησή τους για τον θάνατο του γονιού τους. Οι ενήλικες έχουν την τάση να υποτιμούν τα βιώματα των παιδιών που έτυχε να ζήσουν μία τραυματική εμπειρία. H αλήθεια είναι πως τα παιδιά, συνήθως, έχουν δει, ακούσει και καταλάβει πολύ περισσότερα πράγματα από όσα πιστεύουν οι ενήλικες, οι οποίοι συχνά όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται έγκαιρα πόσο άσχημα μπορεί να νοιώθει ένα παιδί, αλλά παρερμηνεύουν και τις διάφορες αντιδράσεις του. Πολλά παιδιά, στην προσπάθειά τους να προστατέψουν τους γονείς τους, συνεχίζουν να συμπεριφέρονται όπως συνήθως για να μην τους επιβαρύνουν περισσότερο. Η απώλεια ενός οικείου και αγαπημένου προσώπου επηρεάζει σαφώς τόσο την ψυχική όσο και τη σωματική υγεία του ατόμου. Αν και οι αντιδράσεις πένθους έχουν, όπως προαναφέραμε, έναν προσωπικό χαρακτήρα, εντούτοις, η διεργασία πένθους ακολουθεί μία παρόμοια για τους περισσότερους πορεία που εκδηλώνεται διαμέσου κάποιων κοινών χαρακτηριστικών. Η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στο πένθος ενός παιδιού και ενός ενήλικα έγκειται στο ότι το επεισόδιο έντονου πένθους του παιδιού είναι συντομότερο, αλλά η συνολική διεργασία του πένθους του διαρκεί, συνήθως, περισσότερο από ότι αυτή του ενήλικα. Οι αντιδράσεις πένθους παιδιών και εφήβων θα μπορούσαν να διαχωριστούν σε τρεις κατηγορίες: άμεσες, συνήθεις και άλλες πιθανές.

1. Άμεσες αντιδράσεις

Τα παιδιά και οι έφηβοι, όταν τους ανακοινώνεται ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, μπορεί να αντιδράσουν με:

  • σοκ και αμφιβολία
  • διαμαρτυρία και φόβο
  • απάθεια και παραλυτική απραξία
  • συνέχιση των καθημερινών δραστηριοτήτων

Στη φάση αυτή, οποιαδήποτε από τις ανωτέρω αντιδράσεις θεωρείται ως απόλυτα φυσιολογική. Εάν, όμως, τα συμπτώματα -ιδιαίτερα η απάθεια και η δραματική μείωση της σχολικής επίδοσης- εμμένουν για κάποιους μήνες, τότε ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να ζητήσουν τη βοήθεια κάποιου ειδικού, καθώς η κατανόηση και το ενδιαφέρον δεν επαρκούν από μόνα τους για την αντιμετώπιση όλων των συμπτωμάτων.

2. Συνήθεις αντιδράσεις

  • άγχος, θλίψη
  • έντονες μνήμες, νοσταλγία, έλλειψη
  • οργή, συμπεριφορές προσέλκυσης προσοχής
  • διαταραχές ύπνου, σχολικές δυσκολίες, σωματικά ενοχλήματα
  • αυτοκατηγορίες, αίσθημα ντροπής

Το άγχος του παιδιού μπορεί να εκδηλώνεται με φόβο για τη ζωή ή την υγεία τόσο τη δική του όσο και οποιουδήποτε άλλου αγαπημένου του προσώπου. Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερα τα μικρότερης ηλικίας παιδιά, μπορεί να εμφανίσουν μία έντονα προσκολλητική συμπεριφορά. Οι διάφορες μνήμες μπορεί να εκτυλίσσονται σαν κινηματογραφική ταινία μπροστά τους την οποιαδήποτε στιγμή, η δε ένταση, η ανησυχία, οι δυσκολίες ύπνου και τα σωματικά ενοχλήματα να οφείλονται στην ενεργητική προσπάθεια του παιδιού να απαλλαγεί από τις επώδυνες αυτές μνήμες. H οργή, εκτός του ότι εκφράζει, συνήθως, την αίσθηση εγκατάλειψης του παιδιού και τη δυσφορία του -με ενδεχόμενες αυτοκαταστροφικές τάσεις- κάποιες φορές, μπορεί να εκφράζει και την προσπάθειά του να αποσπάσει τους γονείς από τη βαθιά τους θλίψη. Είναι σημαντικό για το παιδί να νοιώθει πως του επιτρέπεται να εκφράζει την οργή του. Ο εκπαιδευτικός, εκτός από την επιτρεπτική του στάση, θα πρέπει να θέτει και τα αναγκαία όρια -εάν το παιδί γίνει επικίνδυνο για τον εαυτό του ή τους άλλους- και να προτείνει εναλλακτικούς τρόπους εκφόρτισης της έντασής του (π.χ. να κάνει μερικές φορές το γύρο της αυλής του σχολείου τρέχοντας, να γρονθοκοπήσει ένα μαξιλάρι κ.τ.λ.). Οι αυτοκατηγορίες και τα αισθήματα ενοχής οφείλονται, συνήθως, στον μαγικό τρόπο σκέψης των παιδιών ηλικίας έως 7 ετών που τα κάνει να θεωρούν πως κάποιες σκέψεις ή πράξεις τους είναι που ευθύνονται για το θάνατο του γονιού τους. Επειδή το μικρό παιδί δεν μπορεί να λεκτικοποιήσει τα συναισθήματά του, ο παιδαγωγός θα πρέπει να εστιάζεται στο παιχνίδι και τις ζωγραφιές του για να διαπιστώσει τυχόν εκφράσεις αισθημάτων ενοχής, αυτοκατηγοριών κ.ά.

3. Άλλες πιθανές αντιδράσεις

  • αλλαγές στην προσωπικότητα του παιδιού, φαντασιώσεις
  • παλινδρομική συμπεριφορά, απαισιοδοξία για το μέλλον
  • υπαρξιακοί προβληματισμοί, ωρίμανση και εξέλιξη

Όταν ένα παιδί παλινδρομεί, εμφανίζει συμπεριφορές που εξελικτικά έχει ξεπεράσει (όπως ενούρηση, εγκόπριση κ.τ.λ.), και που ο περίγυρος ίσως δυσκολεύεται να χειρισθεί. Παιδιά που βίωσαν μία σοβαρή κρίση μπορεί, μερικές φορές, να δείξουν μεγάλη ωριμότητα, αισθητή ενδυνάμωση της συνεναισθησίας και ιδιαίτερη ικανοποίηση όταν συμβεί να χρειασθεί να βοηθήσουν άλλα παιδιά που πενθούν. Είναι σαφές πως, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, οι αντιδράσεις του παιδιού είναι πολυποίκιλες, γεγονός που το εκπαιδευτικό προσωπικό οφείλει να γνωρίζει και να είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει. Τα αγόρια, ιδιαίτερα στην εφηβεία, δυσκολεύονται περισσότερο από τα κορίτσια να μιλήσουν για το συμβάν και να εκφράσουν συναισθήματα. Συνήθως, εκδραματίζουν τα συναισθήματά τους (π.χ. διαμέσου επιθετικών συμπεριφορών), ενώ τα κορίτσια συχνά κλείνονται στον εαυτό τους και εμφανίζουν διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα και κατάθλιψη. Διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα υπάρχει ακόμα και στο είδος στήριξης του περίγυρου προς το παιδί. Τα κορίτσια έχουν, συνήθως, κάποια στενή φιλική σχέση όπου μπορούν να μοιράζονται τα συναισθήματά τους, κάτι που δεν ισχύει για το 60% των αγοριών.

Παιδί και θάνατος: Η αντίληψη του παιδιού για το θάνατο στις διάφορες ηλικίες

Η αντίληψη του παιδιού για το θάνατο και τα συναισθήματα που πυροδοτούνται από την απώλεια ενός οικείου προσώπου εξαρτώνται από τη γνωστική του ωριμότητα, το εξελικτικό του στάδιο, την προσωπικότητά του, τις προηγούμενες προσωπικές εμπειρίες, το κοινωνικό του πλαίσιο, την αντίληψη των πρωταρχικών φροντιστών του γύρω από τη ζωή και το θάνατο και την παρούσα κατάστασή του. Αυτό σημαίνει πως η εξέλιξη της αντίληψης για το θάνατο διαφέρει μεταξύ παιδιών της ίδιας ηλικίας, αν και η πορεία της είναι η ίδια για όλα. Σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως η πορεία της εξέλιξης αυτής αρχίζει με τη θεώρηση πως ο θάνατος είναι αναστρέψιμος, και καταλήγει στη διαπίστωση πως τελικά δεν είναι. Η δυνατότητα κάποιου να στηρίξει ένα παιδί που πενθεί, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη γνώση του για την αντίληψη των παιδιών για το θάνατο στις διάφορες ηλικίες.

Παιδιά 0-2 ετών

Στην ηλικία αυτή, δεν υπάρχει αντίληψη του θανάτου και η εξαφάνιση ενός ατόμου δεν συνδυάζεται με αυτόν. Ήδη από την ηλικία του ενός έτους, τα παιδιά γνωρίζουν πως άνθρωποι και αντικείμενα συνεχίζουν να υπάρχουν παρόλο που δεν βρίσκονται εντός του οπτικού τους πεδίου. Όμως, αν και δεν υπάρχει εξελιγμένη αντίληψη περί θανάτου, τα παιδιά μπορεί να αντιδράσουν έντονα στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, καθώς αισθάνονται την έλλειψή του. Γι’ αυτό και όταν ένα παιδί της ηλικίας αυτής αποχωριστεί τους γονείς του για μεγάλο διάστημα, βιώνει συναισθήματα ανάλογα αυτών ενός ενήλικα που έχασε ένα πολύ αγαπημένο του πρόσωπο. Το παιδί μπορεί να εμφανίσει εκδηλώσεις πένθους καθώς ο κόσμος του παύει ξαφνικά να είναι ασφαλής.

Παιδιά 3-4 ετών

Στην ηλικία αυτή, αρχίζουν να χρησιμοποιούν λέξεις όπως «ζωή» και «θάνατος» χωρίς να κατανοούν ακόμα το περιεχόμενό τους. Πιστεύουν πως η επιστροφή από το θάνατο γίνεται κατά βούληση. Ζωή σημαίνει κίνηση και δραστηριότητα, ενώ θάνατος το αντίθετο. Οι εμπειρίες των παιδιών της ηλικίας αυτής γύρω από το θάνατο σχετίζονται συνήθως με τη φύση. Ένα ξεραμένο φύλλο στη γη, ένα νεκρό ζωάκι κ.ά. Η περιέργειά του για το θάνατο αναμειγνύεται με κάποια δόση δέους και φόβου. Η δυσκολία κατανόησης αφηρημένων εννοιών καθιστά εκφράσεις για το νεκρό του τύπου «κοιμάται ή έφυγε για ένα πολύ μακρινό ταξίδι» άκρως απαγορευτικές, καθώς το παιδί που γίνεται αποδέκτης τέτοιων εξηγήσεων αντιδρά συχνά με φόβο όταν οι γονείς του κοιμούνται ή πρόκειται να ταξιδέψουν. Παρομοίως, εάν πούμε σε ένα παιδί της ηλικίας αυτής πως «ο μπαμπάς είναι στον ουρανό κοντά στο Χριστούλη», τη στιγμή που γνωρίζει πως έχει ταφεί, του προκαλούμε σύγχυση καθώς δεν κατανοεί ακόμα αφηρημένες έννοιες.

Παιδιά 5-7 ετών

Στην ηλικία αυτή, δεν έχουν ακόμα μία αφηρημένη αντίληψη περί θανάτου και τον συνδέουν με συγκεκριμένες καταστάσεις, π.χ. κάποιος είναι νεκρός όταν πυροβολείται, όταν ενταφιάζεται κ.τ.λ. Γνωρίζουν όμως τη διάκριση ανάμεσα σε σώμα και ψυχή και πως ένας νεκρός δεν έχει πλέον ψυχή. Τα όρια ζωής και θανάτου είναι ακόμα ασαφή και πολλά παιδιά πιστεύουν στην επιστροφή των νεκρών.

Παιδιά 8-12 ετών

Στο διάστημα αυτό αρχίζει ουσιαστικά το παιδί να διαμορφώνει σταδιακά την αντίληψη πως ο θάνατος είναι κάτι μη αναστρέψιμο, πως η ζωή έχει ένα τέλος, πως όλες οι ζωτικές λειτουργίες σταματούν με το θάνατο και πως όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, κάποια στιγμή θα πεθάνουν. Περίπου στην ηλικία των 10 ετών, το παιδί διαμορφώνει μία αφηρημένη αντίληψη περί θανάτου, κατανοώντας τι σημαίνει μακροπρόθεσμα και κάνοντας σκέψεις για το τι συμβαίνει μετά από αυτόν. Προβληματίζεται για τους λόγους και το νόημα του θανάτου ως γεγονότος και για το πόσο άδικο μπορεί να είναι. Η συνειδητοποίηση πως ο θάνατος αφορά και το ίδιο μπορεί να προκαλέσει έντονο άγχος. Το παιδί, στην προσπάθειά του να το χειρισθεί, διαμορφώνει συχνά την αντίληψη πως οι ψυχές συνεχίζουν να υπάρχουν στον ουρανό, δηλαδή μία σκέψη περί παραδείσου. Αν και κατανοούν πλέον τι σημαίνει θάνατος, δε διαθέτουν ακόμη τα απαραίτητα γνωστικά εργαλεία για έναν αποτελεσματικό χειρισμό της εμπειρίας αυτής.

www.i-psyxologos.gr