Η σειρά γέννησης των αδερφών φαίνεται να έχει κάποια σημασία για το ρόλο του παιδιού μέσα στην οικογένεια όπως και για τις μελλοντικές προσωπικές, επαγγελματικές και συντροφικές του σχέσεις. Μπορεί τα αδέρφια να μεγαλώνουν με κοινό κώδικα ανατροφής, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται οι περισσότεροι γονείς, όμως το περιβάλλον που αναπτύσσεται γύρω τους είναι πολύ διαφορετικό για το καθένα, εξ ‘ου και η ανάπτυξη διαφορετικών προσωπικοτήτων και ιδιοσυγκρασιών. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τους ρόλους του κάθε παιδιού ξεκινώντας από το πρωτότοκο παιδί της οικογένειας.

Το πρώτο παιδί συχνά αισθάνεται πως είναι ξεχωριστό και πως φέρει σημαντική ευθύνη για τη διατήρηση της οικογενειακής ευτυχίας. Γεννιέται και δίνει στο ζευγάρι μία πρώτη και μοναδική εμπειρία. Τους κάνει γονείς, νιώθοντας έτσι ιδιαίτερα σημαντικό. Μέσα στο καινούριο αυτό πλαίσιο, λαμβάνει την αμέριστη προσοχή όλων και χτίζει τη σημαντικότητά του γύρω απ’ αυτό. Δεν είναι τυχαίο που η πλειονότητα των νικητών βραβείων Νόμπελ είναι πρωτότοκα παιδιά, ο ρόλος τους συνδέεται με την ηγεσία και την επιτυχία. Εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε μιλώντας για τα πρωτότοκα παιδιά είναι οι προσδοκίες των γονιών απέναντί τους. Αυτές λειτουργούν άλλοτε θετικά, δημιουργώντας κίνητρο στο παιδί να ανταποκριθεί στις ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες, κι άλλοτε αρνητικά, προσδίδοντας στο παιδί το βάρος να κάνει κάτι που ενδεχομένως δεν του ταιριάζει ή την ενοχή όταν δεν καταφέρει να επιβεβαιώσει τη θέση του μέσα από τα μάτια των γονιών του.

Το μεσαίο παιδί, από την άλλη πλευρά, χρειάζεται να παλέψει για να αποκτήσει ένα ρόλο στην οικογένεια, εκτός κι αν είναι το μοναδικό αγόρι ή κορίτσι από τα αδέρφια του. Ένα μεσαίο παιδί μπορεί να γλιτώσει από τις πιέσεις που ασκούνται προς τα μεγαλύτερα ή μικρότερα παιδιά, αλλά πρέπει να προσπαθήσει ιδιαίτερα για να το προσέξουν. Ενδέχεται να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση βάση του ότι το πρώτο παιδί λαμβάνει όλη τη δόξα, ενώ εκείνο παραμένει «μετέωρο». Βέβαια, όντας φορτωμένο με λιγότερες προσδοκίες από την οικογένεια, το μεσαίο παιδί αναπτύσσει μεγαλύτερη αυτονομία και καλή κοινωνική ζωή. Ιδιαίτερο γνώρισμα του μεσαίου παιδιού είναι ότι διαμορφώνει τη συμπεριφορά του με τέτοιο τρόπο ώστε να αντιπαρατεθεί στο πρωτότοκο παιδί, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ένα συνεχή αγώνα διεκδίκησης της προσοχής, κι έτσι να παραμελεί τη δόμηση της πολύ προσωπικής του ταυτότητας.

Το μικρό παιδί, αισθάνεται συνήθως περισσότερη ανεμελιά, το βαραίνουν λιγότερο οι οικογενειακές ευθύνες, και τρέφει λιγότερο σεβασμό για την εξουσία και τις συμβατικότητες. Είναι το παιδί που μαθαίνει να λαμβάνει επιείκεια και φροντίδα και μένει για πάντα το «μικρό» της οικογένειας. Οι γονείς έχοντας πια μεγάλη γονική εμπειρία είναι πιο χαλαροί στην ανατροφή των μικρότερων παιδιών κι αυτό λειτουργεί σαν έναυσμα για τα παιδιά να αναπτύξουν περισσότερες κοινωνικές δεξιότητες, να είναι πιο συναισθηματικά και ενίοτε… χειριστικά. Η χαριτωμένη φυσιογνωμία τους εύκολα φέρει τη συμπάθεια όλων.

Τέλος, το μοναχοπαίδι, μαθαίνοντας από τη γέννησή του ότι και το πρωτότοκο παιδί αλλά σε ακόμα πιο έντονο βαθμό, τείνει να συμπεριφέρεται σα μεγαλύτερο από την ηλικία του και ίσως λόγω της υπερπροστατευτικότητας των γονιών του να είναι περισσότερο αγχώδες. Οι αλληλεπιδράσεις του παιδιού είναι πάντα με ενήλικες, γι’ αυτό μαθαίνει να σχετίζεται με άνεση με μεγάλους, την ίδια στιγμή όμως βιώνει και μοναξιά. Οι προσδοκίες του γονιού απέναντί του είναι μη ρεαλιστικές και παραμένει για πάντα «ο εκλεκτός».

Η σειρά γέννησης των αδελφών μπορεί να συνδεθεί με ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία του παιδιού αλλά και με μαθημένους ρόλους και συμπεριφορές που ασύνειδα ή μη, κουβαλάμε στην ενήλικη ζωή μας και στις συναναστροφές μας με σημαντικά πρόσωπα.

Πηγή: internus.gr
Κονιδάκη Ελπίδα
Ψυχολόγος