Ένα βασικό ερώτημα που απασχολεί τους γονείς είναι σε ποια ηλικία θα ήταν καλό να ξεκινήσει το παιδί τους την εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας. Η κατάλληλη ηλικία για να έρθει ένα παιδί σε πρώτη επαφή με την ξένη γλώσσα είναι η προσχολική.

Η νηπιακή και η προσχολική ηλικία είναι μία καλή περίοδος διότι τα παιδιά στα πρώτα χρόνια της ζωής τους διαθέτουν μία φυσική ευφυΐα για τη γλώσσα και παράλληλα διαθέτουν μία έμφυτη ικανότητα να παράγουν γλωσσικούς συνδυασμούς μέσα από το παιχνίδι και τον πειραματισμό. Το πολύγλωσσο άτομο αναπτύσσει υψηλότερο επίπεδο κατανόησης της μητρικής του γλώσσας, ενώ παράλληλα εξελίσσει τις γλωσσικές του δεξιότητες και βελτιώνεται ως προσωπικότητα.

Μήπως τα παιδιά μπερδέψουν τα ελληνικά με τα αγγλικά; Ο προβληματισμός για το αν η εκμάθηση μίας άλλης γλώσσας σε πολύ μικρή ηλικία επηρεάζει την ομαλή εξέλιξη της μητρικής γλώσσας δεν είναι κάτι καινούριο. Η μελέτη της γλωσσικής ανάπτυξης των παιδιών δείχνει ότι προβλήματα μπορεί να παρουσιάζονται στην νηπιακή ηλικία πριν το παιδί αρχίσει να μιλάει – μετά την ηλικία των 36 μηνών τα παιδιά μπορούν να επικοινωνούν σε δίγλωσσο περιβάλλον. Γενικώς τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού έχουν ήδη αποκτήσει εμπειρία της αγγλικής γλώσσας μέσω των ακουσμάτων από την τηλεόραση από τραγούδια, όπως το γεγονός ότι έχουν ήδη αναπτύξει νοητά σχήματα του γραπτού λόγου που υπάρχουν άπειρα στο άμεσο περιβάλλον και έχουν μάθει εμπειρικά να τα αναγνωρίζουν και να τα χρησιμοποιούν στην καθημερινή τους επικοινωνία.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι η εκμάθηση της αγγλικής παράλληλα με τη διδασκαλία της μητρικής ενθαρρύνει τη σύγκριση ανάμεσα στη μητρική και την ξένη γλώσσα, το παιδί συγκρίνει λέξεις, ήχους, προφορά, επομένως κατανοεί τη μητρική του γλώσσα καλύτερα και μπορεί να αντιλαμβάνεται τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στις γλώσσες, σύγκριση των γλωσσών σημαίνει ανάπτυξη της κριτικής σκέψης που είναι από τα βασικά ζητούμενα της εκπαίδευσης στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Η εκμάθηση της ξένης γλώσσας επικεντρώνεται κυρίως στην κατανόηση του προφορικού λόγου και στην προφορική έκφραση, ο σκοπός γενικά είναι να δημιουργηθεί ένα πλούσιο γλωσσικό περιβάλλον όπου η μάθηση προκύπτει αβίαστα μέσα από την επαφή τους με τη γλώσσα π.χ. μέσα από το παιχνίδι. Όσο πιο νωρίς τόσο καλύτερα.

Τα μικρά παιδιά μαθαίνουν πιο εύκολα, απορροφούν την γνώση σαν σφουγγάρια, διαθέτουν από την φύση τους μηχανισμούς που τα βοηθούν να μαθαίνουν γλώσσες, μπορούν να μάθουν οποιαδήποτε γλώσσα αν βρεθούν στο κατάλληλο περιβάλλον και έχουν την κατάλληλη υποστήριξη. Γενικά όταν τα παιδιά ξεκινούν την ξένη γλώσσα σε μικρή ηλικία μαθαίνουν την προφορά της καλύτερα, αποκτούν ευχέρεια στην προφορική έκφραση, δείχνουν μεγαλύτερο ενθουσιασμό να συμμετέχουν σε προφορικές δραστηριότητες και δεν φοβούνται ότι θα πούνε κάτι λάθος, βελτιώνει τις νοητικές τους δεξιότητες, επίσης τους αρέσει να πειραματίζονται με νέες γνώσεις όταν αυτές τους δίνονται με ευχάριστο και διασκεδαστικό τρόπο, δηλαδή μέσα από το παιχνίδι το παραμύθι την ζωγραφική. Η ακουστική αντίληψη ενός παιδιού είναι πολύ καλή από τα 3-6 χρόνια, το παιδί χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις του σε αυτή την ηλικία είναι εύκολο να μάθει την ξένη γλώσσα μέσα από το παιχνίδι, με τον ίδιο τρόπο όπως άλλωστε μαθαίνει την μητρική. Τρόποι και τόποι μάθησης.

Το πρόγραμμα εκμάθησης θα πρέπει να αποσκοπεί στη συνολική ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, θα πρέπει να ενισχύει και να βελτιώνει τις δημιουργικές, κοινωνικές, νοητικές, συναισθηματικές, και γλωσσικές ικανότητες του παιδιού με στόχο την επικοινωνία στην ξένη γλώσσα. Ο τόπος μάθησης. Βασική προϋπόθεση για τη διεξαγωγή ενός ποιοτικού διδακτικού προγράμματος είναι η ύπαρξη χώρων διδασκαλίας των οποίων το μέγεθος και ο εξοπλισμός διασφαλίζουν ένα ασφαλές περιβάλλον για τους μικρούς μαθητές και στους οποίους το μάθημα μπορεί να διαμορφωθεί με τρόπο που ενδείκνυται για τα παιδιά. Όταν το μάθημα γίνεται με μία συγκεκριμένη ομάδα μαθητών και στον κατάλληλο χώρο διασφαλίζει ότι κάθε παιδί θα έχει αρκετές ευκαιρίες να μιλήσει και να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα, και ότι θα λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές του ανάγκες. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το σταθερό μαθησιακό περιβάλλον διασφαλίζει τη συνέχιση της μάθησης.

Πηγή: eleftheria.gr
Φαίη Καλτσά
Ψυχολόγος
Απόφοιτος Πανεπιστημίου Padova Ιταλία