Το Muay Thai (Μουάι Τάι) ή στην ελληνική ορολογία Ταϊλανδέζικη πυγμαχία (Thai Boxing) είναι μια μαχητική πολεμική τέχνη που η καταγωγή της είναι από την Ταϊλάνδη. Είναι το εθνικό άθλημα στην Ταϊλάνδη και η εγγενής πολεμική τέχνη. Ονομάζεται και τέχνη των 8 άκρων (χέρια, αγκώνες, γόνατα, πόδια) Έγινε δημοφιλές σε όλο τον κόσμο στη δεκαετία του ’90. Το 1995 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης ιδρύθηκε μία Παγκόσμια ερασιτεχνική ομοσπονδία η Ι.Α.Μ.Τ.F. με πρόεδρο τον General Tienchai Sirisumpan, για να γίνει γνωστό παγκοσμίως με την ερασιτεχνική του πλευρά. Παρόμοιες μορφές πολεμικής τέχνης υπάρχουν και σε άλλες νοτιοανατολικές ασιατικές χώρες.

Καταγωγή και Ιστορία

Η Εποχή της Σούκοται

Το 1238, δημιουργήθηκε ο πρώτος στρατός της Ταϊλάνδης στη βόρεια πόλη της Σουκοτάι (Sukhothai), πρωτεύουσας του Σιάμ. Η καταγεγραμμένη ιστορία δείχνει ότι υπήρχε ανάγκη υπεράσπισης της πρωτεύουσας λόγω πολλών πολέμων μεταξύ γειτονικών φυλών και βασιλείων. Ο στρατός του Σιάμ δημιουργήθηκε για να προστατεύσει την κυβέρνηση και τους κατοίκους της μέσα στην πόλη και στα γύρω χωριά. Οι στρατιώτες είχαν διδαχθεί μάχη σώμα με σώμα και πώς να χρησιμοποιούν όπλα, καθώς και το πώς να χρησιμοποιούν ολόκληρο το σώμα ως όπλο. Η εκπαίδευσή τους είναι αυτό που τελικά εξελίχθηκε σε Μούι Τάι και Κράμπι Κραμπόνγκ.

Η μάθηση των πολεμικών τεχνών ή «Μουάι Τάι» ριζώθηκε στον πολιτισμό του λαού του Σιάμ. Με τη συνεχή απειλή του πολέμου, σταδιακά άρχισαν να εμφανίζονται κέντρα εκπαίδευσης σε όλο το βασίλειο. Αυτές ήταν οι πρώτες κατασκηνώσεις Μουάι Τάι. Οι νεαροί άνδρες εκπαιδεύονταν στην τέχνη για διάφορους λόγους: αυτοάμυνα, σωματική άσκηση, πειθαρχία. Ακόμα και Μοναχοί εκπαιδευόντουσαν σε πολλούς βουδιστικούς ναούς, περνώντας τις γνώσεις και την ιστορία από τη μια γενιά στην επόμενη.

Καθώς το Μουάι Τάι γινόταν δημοφιλές στους φτωχούς και τους κοινούς ανθρώπους, γινόταν επίσης ένα απαραίτητο προσόν για την υψηλή κοινωνία. Οι δύο γιοι του βασιλιά Phokhun Sri, πρώτου βασιλιά του Σουκοτάι, στάλθηκαν για να μάθουν στο προπονητικό κέντρο Σάμακορν (Samakorn). Πίστευαν ότι οι καλοί πολεμιστές γίνονται γενναίοι ηγέτες και αυτό θα τους προετοίμαζε ως μελλοντικούς κυβερνήτες του βασιλείου.

Η Εποχή της Κρούνγκσρι Αγιουτχάγια

Με πολλούς πολέμους και μάχες μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών της Ταϊλάνδης, της Βιρμανίας (Μανμάρ) και της Καμπότζης, κατέστη αναγκαία η ανάπτυξη μεγάλων στρατευμάτων για την προστασία και τη διασφάλιση της επιβίωσης του βασιλείου της Ταϊλάνδης. Οι νεαροί άνδρες εκπαιδεύονταν στις πολεμικές επιχειρήσεις σε εκπαιδευτικά κέντρα σε όλη τη χώρα, αφιερώνοντας τον εαυτό τους στην εκμάθηση μάχης σώμα με σώμα («Μουάι Τάι»), μάχης με σπαθί και μάχης με ράβδο («Κράμπι Κραμπόνγκ»). Το κέντρο εκπαίδευσης Phudaisawan για ξίφη και ράβδους είχε γίνει το πιο διάσημο από τα κέντρα κατάρτισης, και για εκείνη την εποχή θεωρήθηκε ότι ήταν ισοδύναμο ενός κολεγίου ή κάποιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Η Εποχή του Βασιλιά Naresuan

Ο βασιλιάς Naresuan αγαπούσε το Muay Thai και τους διαγωνισμούς μεταξύ των εκπαιδευόμενων. Τελικά, θα γινόταν ένας μύθος του Muay Thai, καλώντας τους άνδρες που είχαν υποστεί ξυλοδαρμό και εξορίστηκαν από τους πολεμιστές της Βιρμανίας να γίνουν ανιχνευτές, κατάσκοποι και «στρατιώτες της ζούγκλας» όπου και τελικά θα απελευθέρωναν την Ταϊλάνδη από τους κατακτητές της Βιρμανίας, γύρω στο 1600.

Η Εποχή του Βασιλιά Narai

Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής το Μουάι Τάι ή Muay Kaad Chuak όπως ονομαζόταν τότε, έγινε εθνικό άθλημα, αναπτύσσοντας τις θεμελιώδεις παραδόσεις που παρέμειναν ίδιες για τα επόμενα 400 χρόνια. Εισήχθησαν η Mongkong (κορδέλα) και το pa pra jiat (περιβραχιόνιο) και το πρώτο «ρινγκ» έγινε από ένα πεσμένο σχοινί στο έδαφος δημιουργώντας ένα τετράγωνο ή κύκλο ως μια καθορισμένη περιοχή μάχης.

Οι μαχητές χρησιμοποιούσαν σχοινιά κάνναβης και νήματα ως καλύμματα που τυλίγονταν γύρω από τα χέρια και τους βραχίονες. Ένα παχύ, αμυλώδες υγρό θα χρησιμοποιηθεί κάποιες φορές για να δέσει τα νήματα και να κάνει την επιφάνεια πιο σκληρή.

Στις πρώτες επαγγελματικούς αγώνες, οι μαχητές δεν κατατάσσονταν σύμφωνα με το βάρος, το ύψος, την ηλικία ή την εμπειρία και δεν υπήρχαν χρονικά όρια. Συνέχιζαν να αγωνίζονται μέχρι να υπάρξει ένας σαφής νικητής. Οι τοπικοί πρωταθλητές αντιπροσώπευαν την πόλη ή το χωριό τους και συχνά πολεμούσαν για λογαριασμό των πλούσιων επιχειρηματιών ή των βασιλιάδων ως ένας τρόπος επίλυσης των διαφορών τους. Χάνοντας έναν αγώνα συχνά είχε ως αποτέλεσμα για τον μαχητή και/ή τον επιχειρηματία να χαθεί ο σεβασμός στο πρόσωπο του. Τα στοιχήματα στους αγώνες Μούι Τάι ήταν τόσο δημοφιλή τότε, όσο είναι και τώρα.

Η Εποχή του Βασιλιά Prachao Sua «Tiger King»

Ο βασιλιάς Prachao Sua αγαπούσε να αγωνίζεται στο Μουάι Τάι. Ήταν γνωστός για τη συμμετοχή του σε τουρνουά σε μικρές πόλεις και χωριά όπου μεταμφιεζόταν ως κοινός. Επειδή κανείς δεν αναγνώριζε ότι ήταν ο βασιλιάς, του επέτρεπαν να συμμετάσχει σε τουρνουά εναντίον αρκετών άξιων μαχητών.

Σύμφωνα με το μύθο, νίκησε τρεις μαχητές που ονομάζονταν Nai Klan Madthai (δολοφονικές γροθιές), Nai Yai Madklek (σιδερένιες γροθιές), και Nai Lek Madnok (Δυνατές γροθιές). Ο «Tiger King» αναγκαζόταν να μεταμφιεστεί, επειδή οι άνθρωποι της Ταϊλάνδης είχαν τον βασιλιά τους σε τόσο μεγάλη εκτίμηση, που από σεβασμό κανείς δε θα αγωνιζόταν μαζί του.

Ο Prachao Sua αγαπούσε το άθλημα τόσο πολύ, που έκανε τους δύο γιους του, πρίγκιπες της Ταϊλάνδης, να μελετήσουν Μούι Τάι, μάχη με σπαθί και πάλη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ιδρύθηκε το Βασιλικό Τμήμα Πυγμαχίας με σκοπό την εύρεση και πρόσληψη άξιων ανδρών που θα μαχόταν για ψυχαγωγία για τους βασιλιά και για να γίνουν φύλακες στο Thani Lir, το βασιλικό δικαστήριο. Ως βασιλικοί φρουροί, τους δόθηκε επίσης, το έργο της εκπαίδευσης των μελών της βασιλικής οικογένειας στη μάχη και στο Μούι Τάι, δεδομένου ότι ήταν ακόμη σε εμπόλεμη κατάσταση με την Καμπότζη και τη Βιρμανία.

Η Εποχή του Thonburi

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου γνωστή ως η εποχή του Thonburi, η Ταϊλάνδη γνώρισε μία περίοδο ειρήνης και το βασίλειο σταδιακά επανέκαμψε. Η εκπαίδευση στο Μουάι Τάι ήταν κυρίως για τους στρατιώτες και μια αγαπημένη ανάμνηση του παρελθόντος για τους υπόλοιπους. Με την ειρήνη που μόλις είχε αποκτήσει η χώρα, το άθλημα άρχισε να γίνεται πιο ανταγωνιστικό. Στρατόπεδα επέλεγαν τους καλύτερους μαχητές τους για να αγωνισθούν μεταξύ τους για ψυχαγωγία. Επειδή δεν υπήρχαν ακόμη επίσημοι κανόνες, ο αγώνας διαρκούσε μέχρι να υπάρξει ένας σαφής νικητής, ο οποίος ήταν συνήθως ο τελευταίος που στεκόταν όρθιος.

Η Εποχή του Ratanakosin

Την εποχή της βασιλείας του Rama I, το Μουάι Τάι είχε γίνει μια εθνική πολεμική τέχνη και άρχισαν να εισάγονται οι πρώτοι κανόνες. Το άθλημα έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι εορτασμών και εκδηλώσεων σε όλη τη χώρα. Τη διάρκεια του κάθε γύρου την καθόριζε μία καρύδα με μια μικρή οπή από την οποία θα έμπαινε νερό. Τοποθετούσαν την καρύδα σε ένα βαρέλι με νερό, όταν η καρύδα γέμιζε με νερό και βυθιζόταν στον πυθμένα του βαρελιού τελείωνε ο γύρος, αν και δεν υπήρχε ακόμη όριο για τον αριθμό των γύρων ανά αγώνα. Οι μαχητές συνέχιζαν να παλεύουν μέχρι να επιλεχτεί ένας σαφής νικητής ή να μείνει όρθιος μόνο ένας.

Η Βασιλεία του Rama I

Ο βασιλιάς Rama ήταν ενθουσιασμένος με το Μουάι Τάι. Από την παιδική του ηλικία εκπαιδευόταν και ταξίδευε για να παρακολουθήσει αγώνες σε όλο το βασίλειο, ενώ σύμφωνα με το μύθο, το 1788, δύο αδέλφια από τη Γαλλία ταξίδεψαν στην Ταϊλάνδη σε αναζήτηση πυγμαχικών αγώνων.

Ο βασιλιάς Rama V

Ένας από αυτούς ήταν μαχητής με κάποια φήμη και είχε αγωνιστεί σε άλλες χώρες κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους. Ο σκοπός του ήταν να αγωνιστεί με χρηματικό έπαθλο εναντίον ενός Ταϊλανδού πυγμάχου.

Ο βασιλιάς διαβουλεύθηκε με τον επικεφαλής του υπουργείου βασιλικής πυγμαχίας, Pra Raja Wangbowon, όπου συμφωνήθηκε ένα έπαθλο των 4000 μπατ και να διεξαχθεί ο αγώνας στο Μεγάλο Παλάτι, στο ναό του σμαραγδένιου Βούδα. Ένα ρινγκ 20 x 20 μέτρων κατασκευάστηκε ειδικά για τον αγώνα.

Στην αρχή του αγώνα, φαινόταν ότι ο μαχητής από τη Γαλλία ήταν πολύ δυνατός για τον ελαφρύτερο αλλά γρηγορότερο Ταϊλανδό. Τελικά άρχισε να κουράζεται, και βλέποντας ότι ήταν στα πρόθυρα να χάσει, ο αδελφός του έσπασε τους κανόνες και μπήκε στο ρινγκ για να βοηθήσει. Αυτό προκάλεσε μια ταραχή και μάχη ακολούθησε μεταξύ των ξένων και Ταϊλανδών φυλάκων, αλλά και των θεατών. Ντροπιασμένοι από τις ενέργειές τους, οι αδελφοί έφυγαν αμέσως μετά.

Η χρυσή εποχή του Μουάι Τάι

O βασιλιάς Rama V συνειδητοποίησε την αξία του Μουάι Τάι και έκανε πολλά για να προωθήσει το άθλημα από τα τέλη του 1880 μέχρι και τα τέλη του αιώνα. Διοργάνωσε τουρνουά και τα «Μούι Λουάνγκ», κέντρα πυγμαχίας σε όλο το βασίλειο, το οποία συχνά προσφερόντουσαν ως ένας τρόπος για να βρεθεί η προσωπική του φρουρά ή βασιλικοί υπάλληλοι όταν ένας μαχητής ήταν νικητής.
Συχνά, οι κορυφαίοι μαχητές του βασιλικού κέντρου Μουάι Τάι δεχόντουσαν προσωπικές προσκλήσεις από το βασιλιά για να αγωνιστούν σε τουρνουά, φεστιβάλ και σημαντικές διεθνείς διοργανώσεις. Το υπουργείο παιδείας δημιουργήθηκε το 1887, με το Μουάι Τάι να είναι μέρος του προγράμματος σπουδών της στρατιωτικής σχολής.

Σύγχρονη Ιστορία

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος

Το Μουάι Τάι εισήχθη στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Ταϊλανδοί στρατιώτες ήταν τοποθετημένοι στη Γαλλία και ο διοικητής τους οργάνωνε αγώνες Μουάι Τάι για να ενισχύσει το ηθικό των στρατιωτών. Γάλλοι πυγμάχοι συχνά συμμετείχαν και ανταγωνιζόντουσαν τους Ταϊλανδούς μαχητές.

Το πρώτο μόνιμο στάδιο πυγμαχίας χτίστηκε στη σχολή Suan Khoolab, μετά τον πόλεμο. Λόγω του ότι δεν είχαν τα σύγχρονα γάντια που χρησιμοποιούνται σήμερα, τα χέρια των μαχητών ήταν τυλιγμένα σε βαμβάκι και κάνναβη. Φορούσαν Mongkongs στο κεφάλι τους και pra-jiats γύρω από τους δικέφαλους τους.

Τα βασικά στοιχεία που καθορίζουν το Thai Boxing ως ένα στυλ μάχης είχαν αρχίσει να ριζώνουν. Μέσω της εκπαίδευσης, των στρατιωτικών ασκήσεων, της μάχης και την απώλειας ζωών, οι τεχνικές έγιναν ακριβείς και συγκεκριμένες. Ο στόχος του κάθε χτυπήματος και της κάθε κίνησης είναι να παραδώσει ένα βασανιστικό, εξουθενωτικό πλήγμα που θα επέτρεπε στον μαχητή να υπερισχύσει των αντιπάλων του χωρίς να αφήνει τον εαυτό του εκτεθειμένο σε κάποια επίθεση. Έτσι, τα χτυπήματα με σωστή τεχνική και δύναμη ήταν ένα ζωτικής σημασίας στοιχείο στην εκπαίδευσή τους. Οι βετεράνοι στρατιώτες και οι πατέρες δίδασκαν στους μαθητές και τους γιους τους, επιθετικές και αμυντικές τακτικές και τεχνικές, σωστή στάση του σώματος και δεξιότητες για να αυξήσουν την ικανότητα επίγνωσης σε μια μάχη. Αυτοί οι μαθητές και οι γιοι δίδαξαν τα δικά τους παιδιά και έτσι δημιουργήθηκαν τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το Μουάι Τάι σήμερα.

Οι Ταϊλανδοί ήταν συνεχώς σε επιφυλακή περιμένοντας επιθέσεις από γειτονικές χώρες όπως η Βιρμανία και η Καμπότζη. Οι Βιρμανοί και οι Ταϊλανδοί είχαν πολεμήσει ο ένας τον άλλον σε πολλούς πολέμους κατά τη διάρκεια των αιώνων, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές και στις δύο χώρες. Οι πόλεμοι κατά της Βιρμανίας, της Καμπότζης και άλλων εισβολέων βοήθησε να βελτιωθεί η τέχνη του Μουάι Τάι, διδάσκοντας τους Ταϊλανδούς πολεμιστές πως να εμπλέκονται στη μάχη.

Όταν οι νέοι άνδρες επέστρεψαν από το καθήκον τους με τον Ταϊλανδέζικο στρατό, συχνά συμμετείχαν σε αγώνες για άθληση και διασκέδαση. Παλαιότεροι στρατιώτες, που είχαν επιζήσει από πολλές μάχες και αντιπαραθέσεις σώμα με σώμα, έγιναν «Kroo Muay» – εκπαιδευτές και δάσκαλοι. Ένας τοπικός μαχητής από κάθε επαρχία, πόλη και χωριό, που έδειχνε να είναι ικανός στο άθλημα συγκέντρωνε το σεβασμό και την υποστήριξη των κατοίκων της περιοχής. Η αγάπη για το άθλημα και η σημασία ενός αποτελεσματικού αμυντικού συστήματος για το βασίλειο έκανε το Μουάι Τάι ένα ζωτικό μέρος του Ταϊλανδέζικου πολιτισμού για τα επόμενα 500 χρόνια, καθώς οι τεχνικές και η φιλοσοφία περνούσαν από γενιά σε γενιά.

Σύγχρονο Μουάι Τάι

Το Μουάι Τάι έχει εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία 100 χρόνια. Λόγω της αισθητής εθνικής δημοτικότητας, άρχισε να συγκεντρώνει διεθνή αναγνώριση. Στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά την επίσημη εισαγωγή τους στο Μουάι Τάι, οι ξένοι το ονόμασαν «Siam Boxing», όπως λεγόταν στο παρελθόν η Ταϊλάνδη. Οι Γάλλοι το χαρακτήρισαν ως «Orient Le Sport» δηλαδή πολεμικό στυλ της Ανατολής. Στρατιώτες από την Ευρώπη και την Αμερική παρακολουθούσαν προσεκτικά καθώς οι Ταϊλανδοί στρατιώτες εξασκούνταν στο Μούι Τάι. Ήταν τόσο εντυπωσιασμένοι με το ύφος της πάλης, που ζητούσαν από τους Ταϊλανδούς στρατιώτες να τους διδάξουν τις βασικές αρχές και τις παραδόσεις του Μουάι Τάι. Καθώς γινόταν πιο δημοφιλές διεθνώς, οι κανόνες άρχισαν να αλλάζουν έτσι ώστε να μπορούσε να οργανωθεί καλύτερα, όπως καθιερωμένα αθλήματα, σαν την πυγμαχία. Στη δεκαετία του 1920, εισήχθησαν «ρινγκ» για να αντικατασταθούν οι ανοιχτές αυλές. Γάντια παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούνται σε αγώνες πυγμαχίας αντικατέστησαν τα σχοινιά κάνναβης, τα κομμάτια δέρματος και προστέθηκε το σπασουάρ ως επιπλέον προστασία από τα βίαια λακτίσματα και τις γονατιές.

Οι πρώτοι επίσημοι κανόνες εισήχθησαν στο άθλημα του Μούι Τάι μετά τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι μάχες χωρίστηκαν σε 5 γύρους με συγκεκριμένο χρονικό όριο για το κάθε γύρο.

Χρησιμοποιήθηκε ρολόι για να καθορίσει το μήκος του κάθε γύρου καθώς και κατασκευάστηκαν μεγάλα γήπεδα Μουάι Τάι σε μεγάλες πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα (δηλαδή Μπανγκόκ, Σούκοται και Τσιανγκ Μάι). Το στάδιο Λουμπίνι στη Μπανγκόκ θεωρείται σχεδόν «ιερό έδαφος» για τους μαχητές του Μουάι Τάι, ντόπιους και ξένους. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα κατηγοριοποίησης των μαχητών ανάλογα με το βάρος τους, απόλυτων κανόνων και επισήμων πρωταθλημάτων δημιουργούταν σιγά – σιγά τα επόμενα χρόνια και η οργάνωση του αθλήματος άρχισε να μοιάζει με την πυγμαχία.

Οι αθλητές του Μουάι Τάι εκπαιδεύονται πολλές ώρες την ημέρα και συχνά αρχίζουν στην ηλικία των 6-8 ετών. Συνήθως, αγωνίζονται για πρώτη φορά στην ηλικία των 8-10 ετών και μπορεί να φτάσουν τους 120-150 αγώνες (τρεις φορές περισσότερους από έναν ενεργό πυγμάχο), πριν φτάσουν στην ηλικία των 25 ετών. Λόγω των έντονων σωματικών απαιτήσεων του αθλήματος και του γεγονότος ότι μάχονται από μικρή ηλικία, οι αθλητές του Μουάι Τάι γενικά δεν έχουν μακρά επαγγελματική σταδιοδρομία. Είναι γνωστοί για το σκληρό δέρμα τους και την ικανότητα να αγνοούν τον πόνο και τους τραυματισμούς, οι οποίοι είναι αρκετά συχνοί. Κατά τη διάρκεια της καριέρας τους έρχονται αντιμέτωποι με όλων των ειδών τους τραυματισμούς, από κοψίματα και πληγές στο πρόσωπο και το κεφάλι μέχρι σπασμένα κόκαλα και σοβαρά διαστρέμματα.

Μέθοδοι Προπόνησης

Παλαιές Μέθοδοι Προπόνησης

Οι μαχητές του Μουάι Τάι έπρεπε να είναι επινοητικοί και να βασίζονται σε άμεσα διαθέσιμα εργαλεία για την εκπαίδευση και την φυσική τους κατάσταση. Το Κ της Ταϊλάνδης παρέχει αφθονία σε μπανανιές και δέντρα καρύδας, σε ποτάμια και σε ρέματα και σε χειρωνακτική εργασία. Σε αυτά βασιζόντουσαν οι μαχητές για να γίνουν καλύτεροι και πιο ικανοί στο άθλημα. Μία από τις πιο δημοφιλής και γνωστές τεχνικές κατάρτισης «παλαιού τύπου», ήταν να χτυπάνε με τα πόδια τους σε μπανανιές. Η μαλακή και πορώδης φύση της μπανανιάς ήταν ιδανική για την εξάσκηση χτυπημάτων με το πόδι και το γόνατο. Οι μαχητές χτυπούσαν ένα δέντρο περίπου 18-24 εκατοστά σε διάμετρο, και σιγά-σιγά το έριχναν κάτω χρησιμοποιώντας μια ποικιλία από τεχνικές. Η μπανανιά προτιμήθηκε επειδή ήταν αρκετά μαλακή, ώστε να μη βλάψει το πόδι των μαχητών, αλλά και αρκετά σκληρή για να χρειαστεί πολλά δυνατά χτυπήματα με τα πόδια ή τα γόνατα μέχρι να πέσει.

Πολλές φορές οι μαχητές κυλούσαν μικρούς κορμούς πάνω στις κνήμες τους ή τις χτυπούσαν με σάκους άμμου, η πρόθεση ήταν να σκληρύνει το δέρμα και να αποκτήσουν κάλους που θα παρείχαν επιπλέον προστασία κατά τη διάρκεια ενός αγώνα. Οι σκληρές κνήμες και το σκληρό δέρμα ήταν σημαντικό μέρος του να είσαι καλός μαχητής του Μουάι Τάι.

Η χουρμαδιά επίσης χρησιμοποιήθηκε με πολλούς δημιουργικούς τρόπους. Οι Ταϊλανδοί μαχητές ανέβαιναν συχνά για να δυναμώσουν τα πόδια τους. Ο τραχύς φλοιός βοήθησε να σκληραίνουν τα πόδια τους, και ακόμη και οι καρύδες είχαν χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσουν στην εκπαίδευση. Οι μαχητές τοποθετούσαν το μισό ενός σπασμένου κελύφους καρύδας στο έδαφος, εν μέρει, γεμισμένο με άμμο, και στη συνέχεια χτυπούσαν επανειλημμένα τους αγκώνες τους στο κέλυφος και την άμμο. Αυτό βοηθούσε στη σκλήρυνση των αγκώνων τους.

Για την εξάσκηση ακρίβειας των χτυπημάτων τους σε κινούμενο στόχο, οι Ταϊλανδοί πολεμιστές κρεμούσαν μια καρύδα με ένα σχοινί και χτυπούσαν με γροθιές, κλωτσιές, αγκώνες και γόνατα τον κινούμενο στόχο που αντιπροσώπευε τον αντίπαλό τους στο «ρινγκ». Πιστεύεται επίσης ότι οι μαχητές χτυπούσαν με τις γροθιές τους σιγά-σιγά και μεθοδικά το σκληρό φλοιό της καρύδας, μέχρι να ανοίξει, φανερώνοντας το εσωτερικό του φρούτου. Μια άλλη δημοφιλής και αποτελεσματική μέθοδος για την ενδυνάμωση τους, ήταν να σκάβουν ένα μικρό λάκκο περίπου 50 εκατοστών και να πηδάνε μέσα και έξω από αυτόν. Οι Ταϊλανδοί μαχητές περπατούσαν επίσης ενάντια στη ροή ενός ισχυρού ρεύματος και μέσα από παχιά, λασπώδη χωράφια ρυζιού για να την απόκτηση ισχυρών μυών και των μηρών.

Για να μην ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους όταν δεχόντουσαν κάποιο χτύπημα στο πρόσωπο, οι μαχητές του Μουάι Τάι στεκόντουσαν σε ποταμούς και χαστούκιζαν με νερό τα πρόσωπά τους, ενώ προσπαθούσαν να κρατήσουν τα μάτια τους ανοιχτά.

Μία άλλη αγαπημένη και πολύ δημοφιλής τεχνική κατάρτισης, ονομάζεται κύκλος του Μουάι Τάι. Μια ομάδα μαχητών αποτελούσαν έναν κύκλο με ένα άτομο στη μέση. Ο μαχητής στη μέση, στη συνέχεια θα εξασκούνταν με κάθε άτομο στον κύκλο για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, αλλάζοντας σε ίσα χρονικά διαστήματα. Συχνά άλλαζαν 5-6 αντιπάλους στη σειρά, για περίπου 10 λεπτά, για να βελτιώσουν τις ικανότητες τους στο clinch (μάχη του αυχένα), καθώς και στην αντοχή. Εάν ένας μαχητής μπορούσε να εξασκείτε για 10 λεπτά χωρίς διάλειμμα, θα ήταν πολύ πιο εύκολο να αντέξει ένα γύρο τριών λεπτών στο «ρινγκ».

Σύγχρονες Μέθοδοι Προπόνησης

Όπως και σε όλα τα ανταγωνιστικά μαχητικά αθλήματα πλήρους επαφής, έτσι και το Μουάι Τάι δίνει μεγάλη έμφαση στην προετοιμασία του σώματος. Η εκπαίδευση του Μουάι Τάι έχει σχεδιαστεί ειδικά για να προωθήσει το επίπεδο της φυσικής κατάστασης και αντοχής που απαιτείται για τον ανταγωνισμό μέσα στο «ρινγκ». Περιλαμβάνει κλασσικές μεθόδους προπόνησης μαχητικών αθλημάτων όπως το τρέξιμο, η σκιαμαχία, το σχοινάκι, ασκήσεις αντίστασης του σωματικού βάρους, ασκήσεις με ιατρική μπάλα, ασκήσεις κοιλιακών, και σε ορισμένες περιπτώσεις ασκήσεις με βάρη. Οι μαχητές του Μουάι Τάι εστιάζουν την προπόνησή τους με τους προπονητές τους χρησιμοποιώντας, Thai pads, γάντια εστίασης, σάκους και φιλικούς αγώνες(sparring).

Η καθημερινή εκπαίδευση περιλαμβάνει πολλούς γύρους (διάρκειας 3-5 λεπτών που χωρίζονται από μια σύντομη ανάπαυση, περίπου 1-2 λεπτά) χρησιμοποιώντας τις παραπάνω μεθόδους εξάσκησης. Τα Thai pads αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της εκπαίδευσης στο Μούι Τάι και περιλαμβάνει εξάσκηση με γροθιές, κλωτσιές, γόνατα, και αγκώνες σε έναν εκπαιδευτή που φοράει παχιά μαξιλάρια που καλύπτουν τους πήχεις και τα χέρια του. Αυτά τα ειδικά μαξιλάρια χρησιμοποιούνται για να απορροφήσουν τον αντίκτυπο των χτυπημάτων των μαχητών και να επιτρέψει στο μαχητή να αντιδράσει στις αντεπιθέσεις του εκπαιδευτή. Οι εκπαιδευτές συχνά φορούν ένα μαξιλάρι γύρω από την κοιλιακή τους περιοχή, έτσι ώστε ο μαχητής να μπορεί να επιτεθεί με ευθείες κλωτσιές στο σώμα ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια του γύρου.

Τα γάντια εστίασης είναι ειδικά σχεδιασμένα για τη βελτίωση της ταχύτητας χτυπημάτων ενός μαχητή, των συνδυασμών γροθιών, το συγχρονισμό, τη δύναμη χτυπημάτων και την άμυνα. Χρησιμοποιούνται επίσης για την εξάσκηση χτυπημάτων με αγκώνες. Η εκπαίδευση στο βαρύ σάκο είναι μια άσκηση φυσικής κατάστασης και δύναμης που ενισχύει τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται στα Thai pads και στα γάντια εστίασης.

Οι φιλικοί αγώνες (sparring) είναι ένα μέσο για να ελεγχθεί η τεχνική, οι δεξιότητες, η στρατηγική και ο συγχρονισμός εναντίον ενός συναθλητή. Οι φιλικοί αγώνες είναι συχνά μια λύση για τους ερασιτέχνες και ημιεπαγγελματίες αθλητές, επειδή οι επαγγελματίες αθλητές που ακολουθούν ένα πλήρες πρόγραμμα προπόνησης συνιστάται να τους αποφεύγουν για να μην οδηγηθούν σε τραυματισμούς από σκληρές μάχες. Συγκεκριμένες τακτικές και στρατηγικές εξασκούνται με το sparring συμπεριλαμβανομένων μάχη στενής επαφής, μάχη του αυχένα(clinch) και μάχη μόνο με γόνατα, ή χρήση τεχνικών για να κρατήσουν έναν επιθετικό μαχητή σε απόσταση.

el.wikipedia.org