Η κατάθλιψη είναι μια από τις συχνότερες ψυχικές διαταραχές, εμφανίζει έξαρση και αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα υγείας. Η ειρωνεία είναι ότι πρόκειται και μια από τις πιο θεραπεύσιμες διαταραχές, μέσω ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής. Παρόλα αυτά, μόλις και μετά βίας το ένα τρίτο των ανθρώπων με κατάθλιψη αναζητά βοήθεια ή λαμβάνει τη σωστή διάγνωση.

Υπολογίζεται ότι ένα ποσοστό της τάξης του 10 έως 15 τοις εκατό των παιδιών/εφήβων παρουσιάζουν κατάθλιψη σε μια δεδομένη στιγμή. Η έρευνα δείχνει ότι ένας στους τέσσερις εφήβους θα έχει ένα επεισόδιο μείζονος κατάθλιψης κατά τα γυμνασιακά-λυκειακά χρόνια του, με μέσο όρο ηλικίας έναρξης τα 14 έτη.

Τυπικά, τα επεισόδια αυτά διαρκούν αρκετούς μήνες, αν παραμείνουν χωρίς θεραπεία. Ενώ αυτό δείχνει ότι το κυρίως πρόβλημα είναι πιθανό ότι θα υποχωρήσει χωρίς θεραπεία, οι έφηβοι αυτοί αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για αυτοκτονία, η οποία είναι η κύρια αιτία θανάτου κατά την εφηβεία. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια ενός μη θεραπευμένου επεισοδίου κατάθλιψης, οι έφηβοι είναι πιθανότερο να εμπλακούν σε σοβαρή κατάχρηση ουσιών ή να εγκαταλείψουν σε σημαντικό ποσοστό τις συνηθισμένες ασχολίες και τη συμμετοχή στις κοινωνικές τους ομάδες. Συνεπώς, ακόμα κι όταν το καταθλιπτικό επεισόδιο υποχωρήσει, αφήνει πίσω του σημαντικά προβλήματα που συνεχίζουν.

Η ηπιότερη μορφή κατάθλιψης που ονομάζεται δυσθυμία, είναι δυσκολότερο να διαγνωστεί, ειδικά στα παιδιά που πηγαίνουν στο δημοτικό σχολείο. Ωστόσο, αυτή η μορφή κατάθλιψης στην πραγματικότητα διαρκεί πολύ περισσότερο. Πολλοί είναι οι καταθλιπτικοί ενήλικες που, ανατρέχοντας στην παιδική ηλικία ή στην εφηβεία τους, αναγνωρίζουν εκεί τα πρώτα αισθήματα θλίψης, αποθάρρυνσης και αντιπάθειας για τον εαυτό τους.

Στα παιδιά, αν και είναι δυνατή η παρουσία των τυπικών καταθλιπτικών συμπτωμάτων των ενηλίκων, είναι πιο πιθανό η κατάθλιψη να εκδηλώνεται με σωματικά παράπονα, απόσυρση, αντικοινωνική συμπεριφορά, συμπεριφορές «γαντζώματος» πάνω στον γονιό, εφιάλτες και βαρεμάρα. Πολλά από αυτά είναι όντως συνηθισμένα και στα μη καταθλιπτικά παιδιά. Όμως, τότε είναι παροδικά και δεν διαρκούν περισσότερο από 4 με 6 εβδομάδες. Όταν τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερους από δύο μήνες, δεν ανταποκρίνονται σε λογικές παρεμβάσεις εκ μέρους των γονιών και μοιάζουν να κυριεύουν τη ζωή του παιδιού, αντί να περιορίζονται σε έναν τομέα, τότε πρέπει κάποιος να ανησυχήσει.

Τόσο στη δυσθυμία, όσο και στη μείζονα κατάθλιψη υπάρχουν κοινά συμπτώματα, τα οποία ωστόσο εκδηλώνονται με μεγαλύτερη σοβαρότητα στη δεύτερη. Οι έφηβοι παρουσιάζουν συμπτώματα παρόμοια με εκείνα των ενηλίκων, όπως: η καταθλιπτική διάθεση, η απώλεια του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης για δραστηριότητες, η ελαττωμένη ή η αυξημένη όρεξη, η τάση για περισσότερο ύπνο ή η δυσκολία να κοιμηθεί κανείς, η χαμηλή ενεργητικότητα, η πεσμένη αυτοεκτίμηση, η αναποφασιστικότητα, τα προβλήματα της συγκέντρωσης, η απελπισία και οι αυτοκτονικές σκέψεις ή οι απόπειρες. Ωστόσο, σπάνια οι άνθρωποι έχουν όλα τα παραπάνω. Συνήθως αναζητούμε τουλάχιστον τέσσερα από αυτά, και όπως ήδη αναφέρθηκε, η χρονιότητα και η σοβαρότητα των συμπτωμάτων είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για τη διάγνωση. Στους εφήβους η σοβαρή απόσυρση είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό παθογνωμονικό σύμπτωμα.

Στην παιδική ηλικία, τα αγόρια έχουν τον ίδιο ή μεγαλύτερο ποσοστό κατάθλιψης σε σχέση με τα κορίτσια. Ωστόσο αυτό συνήιως παραβλέπεται γιατί τα αγόρια έχουν την τάση να εκδραματίζουν την κατάθλιψη μέσω της συμπεριφορά τους. Στην εφηβεία, το ποσοστό της κατάθλιψης τριπλασιάζεται στα κορίτσια σε σχέση με τα αγόρια. Κόντρα στην διαδεδομένη πεποίθηση, η έρευνα καταρρίπτει την άποψη ότι η κατάθλιψη των έφηβων κοριτσιών σχετίζεται με τις ορμονικές αλλαγές της εφηβείας. Αντί γι αυτό, όπως συμβαίνει με τις ενήλικες γυναίκες, φαίνεται ότι η σεξουαλική παρενόχληση και οι εμπειρίες διακρίσεων σε βάρος τους, φαίνεται να αποτελούν σημαντικότερες αιτίες.

Κύριες αιτίες κατάθλιψης στα παιδιά είναι η γονεική σύγκρουση (με ή χωρίς διαζύγιο), η κατάθλιψη της μητέρας (η οποία είναι αυτή που συνήθως αλληλεπιδρά περισσότερο με τα παιδιά της) και οι φτωχές κοινωνικές δεξιότητες. Οι διαζευγμένοι γονείς οι οποίοι εξακολουθούν να συγκρούονται, έχουν τα υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών παιδιών (περίπου 18%). Στην περίπτωση των καταθλιπτικών μητέρων, τα συμπτώματα της ευερεθιστότητας, της επικριτικότητας και της εκφρασμένης απαισιοδοξίας είναι αυτά που παίζουν σημαντικό ρόλο, ενώ οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που συμβάλλουν στη μητρική κατάθλιψη (προβλήματα στο γάμο, ή στα οικονομικά) έχουν επίσης απευθείας αντίκτυπο στα παιδιά. Τα καταθλιπτικά παιδιά είναι πιο πιθανό να έχουν φτωχές κοινωνικές δεξιότητες, λιγότερους φίλους και να τα παρατούν εύκολα. Χρειάζεται ωστόσο να διαχωρίσει κανείς το ντροπαλό, μοναχικό παιδί που του αρέσει να περνά χρόνο μόνο του, από το καταθλιπτικό παιδί.

Δυστυχώς, οι εκπαιδευτικοί και οι παιδίατροι, αν και αποτελούν επαγγελματίες πρώτης γραμμής που έρχονται σε επαφή με τα παιδιά, έχουν ανάγκη περισσότερης εκπαίδευσης ώστε να αναγνωρίζουν τα σημάδια της κατάθλιψης. Σε περίπτωση λοιπόν που υπάρχει βάσιμη ανησυχία, είναι σημαντικό ο γονιός να αναζητά βοήθεια από επαγγελματίες ψυχικής υγείας με εξειδίκευση στην κλινική εργασία με παιδιά και εφήβους. Πάνω από όλα όταν αισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά, πρέπει να εμπιστεύεται το ένστικτό του, γιατί ειδικά στα μικρότερα παιδιά, υπάρχει μια τάση να μην διαγιγνώσκονται τα προβλήματα διάθεσης.

Η κατάθλιψη είναι κληρονομική και μπορεί να έχει βιολογική βάση. Τα αντικαταθλιπτικά είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά μπορεί να αποδειχθούν σημαντικά ακόμα και σε εκείνες όπου οι αιτίες της κατάθλιψης είναι κυρίως ψυχολογικές, γιατί βοηθούν το παιδί και τον έφηβο να φθάσει στο επίπεδο της λειτουργικότητας που χρειάζεται ώστε να ωφεληθεί από άλλου τύπου παρεμβάσεις (όπως η ψυχοθεραπεία). Με δεδομένο ότι τα παιδιά και οι έφηβοι είναι λιγότερο βέβαιο ότι θα ανταποκριθούν θετικά στα φάρμακα για την κατάθλιψη σε σχέση με τους ενήλικες, είναι σημαντικό να απευθύνεται κανείς σε παιδοψυχιάτρους με εμπειρία στην ψυχοφαρμακολογία.

Σπυριδούλα Κώτση
Ψυχίατρος παιδιών και εφήβων
Για την «ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΣΗΜΕΡΑ»