Ο χορός είναι γλώσσα. Γλώσσα έκφρασης και επικοινωνίας.

Ο άνθρωπος χορεύει όταν είναι λυπημένος. Χορεύει όταν θέλει να επικοινωνήσει και να συνδιασκεδάσει με τους συνανθρώπους του.

Τυχεροί αυτοί που έμαθαν αυτή τη γλώσσα σαν παιδιά, χορεύοντας στα πανηγύρια και στις χορευτικές εκδηλώσεις του χωριού τους. Τυχεροί γιατί μπορούν χρησιμοποιώντας αυτή τη γλώσσα σαν ενήλικες πια, να αποβάλλουν το στρες της καθημερινότητας και να ξαναβρίσκουν τη χαρά.

Δυστυχώς αυτός ο φυσικός παραδοσιακός τρόπος μετάδοσης του χορού μέσα στο γλέντι του χωριού έχει περιοριστεί σημαντικά στην επαρχία και δεν υφίσταται καν στην πόλη.

Εδώ έρχεται η αναγκαιότητα της ύπαρξης του δασκάλου χορού να καλύψει το τεράστιο κενό στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Γιατί είναι γνωστό ότι τα παιδιά καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους στην εκμάθηση του χειρισμού του λόγου και των συμβόλων. Το κομμάτι των συναισθημάτων και του σώματος έρχεται σε δεύτερη μοίρα ή παραμελείται εντελώς.

Ο δάσκαλος χορού λοιπόν είναι ο άνθρωπος που πρέπει να έχει την ικανότητα να μυήσει τα παιδιά στο βαθύτερο νόημα και περιεχόμενο του χορού, μιας και ο ελληνικός χορός είναι πολιτιστικό φαινόμενο. Πρέπει να μπορέσει να ενεργοποιήσει τη φυσική τάση που έχει κάθε παιδί να χορέψει έτσι ώστε η επαφή του με το χορό να του παρέχει ευχαρίστηση. Και για να γίνει αυτό πρέπει η διδασκαλία να μην είναι στείρα επικεντρωμένη στα βήματα και στις φιγούρες του πρωτοχορευτή διαδικασία με στόχο μια παράσταση θεάματος.

Γιατί ο χορός δεν είναι μόνο βήματα. Ο χορός είναι εκδήλωση ψυχικής συμμετοχής. Ο χορός είναι κίνηση, μουσική, τραγούδι, γλέντι, διασκέδαση.

Ακόμα για το παιδί, που γεννημένο στην πόλη, δεν έζησε την παράδοση σε πολλές εκφράσεις της ο χορός είναι συνυφασμένος με τη γνώση. Γνώση βιωματική των εθίμων, των τραγουδιών, των παραδοσιακών επαγγελμάτων, των παραδοσιακών παιχνιδιών, των παραμυθιών, των μύθων και των θρύλων.

Γι’ αυτό λοιπόν εμείς οι δάσκαλοι χορού είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε όλες αυτές τις διαστάσεις του φαινόμενου χορού στους μαθητές μας – μικρούς και μεγάλους- και να δημιουργήσουμε τις συνθήκες όπου αυτοί θα διασκεδάσουν χορεύοντας όχι πάνω σε μια πίστα δίνοντας παράσταση, αλλά σε βραδιές με φίλους, φαγητό, τραγούδι και ζωντανή μουσική. Γιατί το πιο σημαντικό πράγμα που μας διδάσκει ο λαϊκός πολιτισμός είναι να φτιάχνουμε τη διασκέδαση μόνοι μας.

Ο ρόλος του δασκάλου δεν είναι να δείχνει στους άλλους πώς να χορεύουν αλλά να μεταδίδει την ομορφιά ενός ολόκληρου πολιτισμού που έχει τη δύναμη να ενώνει τους ανθρώπους τόσο στο γλέντι, όσο στη δουλειά. Μέσα από τον ελληνικό χορό ο σημερινός άνθρωπος μπορεί να βρει τον τρόπο να εκφράζεται και να χαίρεται να συναντά φίλους και να διασκεδάζει μαζί τους, δηλαδή να ζει ολοκληρωμένα.

Μαρκογιαννάκη Αρετή
Καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής
(Ειδικότητα Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χοροί)
Πλαγιωτάκης Ιωάννης
Καθηγητής Φυσικής Αγωγής
(Ειδικότητα Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χοροί)