Οι περισσότεροι πατεράδες είναι -άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο- παρόντες στη ζωή των παιδιών τους, ενώ κάποιοι άλλοι ελάχιστα. Υπάρχουν, όμως, κι αυτοί που, για διάφορους λόγους, επιλέγουν να μην έχουν καμία επαφή ή επικοινωνία με αυτά. Η ακατανόητη αυτή απουσία γεννά πάντα διάφορα σοβαρά ερωτήματα και ερωτηματικά στο παιδί, που συνήθως δεν βρίσκουν απάντηση, δημιουργώντας εντός του ένα αίσθημα προσωπικής αμφισβήτησης και κενού, συχνά δυσαναπλήρωτο. Δεν είναι μόνο το πρόσωπο, δηλαδή ο πατέρας, που εξαφανίζεται, μαζί με αυτόν χάνεται και ένα σημαντικό κομάτι της προσωπικής ιστορίας του παιδιού.

Ένα δίχρονο κοριτσάκι του οποίου ο πατέρας εξαφανίστηκε από τη ζωή του, όταν αυτό ήταν ενάμιση έτους, άρχισε, μετά από μερικές εβδομάδες αφότου ο πατέρας του έφυγε, να κρατά σχεδόν εμμονικά στην αγκαλιά του ένα κουκλάκι που το είχε ξεχασμένο, αλλά που της το είχε κάνει δώρο ο πατέρας της λίγο πριν την εξαφάνισή του.

Ένα αγοράκι, πέντε χρονών, που ποτέ δε συνάντησε τον πατέρα του, το μόνο που ήξερε για αυτόν ήταν πως το είχε επισκεφθεί μία και μοναδική φορά -όταν αυτό ήταν βρέφος μερικών μηνών- και είπε, κοιτάζοντάς το, πως είναι το πιο γλυκό μωρό που είδε ποτέ στη ζωή του. Από την ηλικία των τριών χρόνων, όταν και έμαθε τη λεπτομέρεια αυτή, άρχισε να κουβαλά πάντα μαζί του τις δύο μοναδικές φωτογραφίες που υπήρχαν όλο κι όλο με τον πατέρα του, χωρίς όμως να αποκαλύπτει στη μητέρα του το λόγο που το έκανε. Μόνο 2 χρόνια μετά, δηλαδή στην ηλικία των πέντε χρόνων, είπε στη μητέρα του πως είχε πάντα μαζί του τις φωτογραφίες αυτές, γιατί έψαχνε τριγύρω του, όταν βρισκόταν έξω, μήπως τυχόν και αναγνωρίσει τον πατέρα του στο πρόσωπο κάποιου περαστικού.

Ένας νεαρός άνδρας του οποίου ο πατέρας εξαφανίστηκε από τη ζωή του όταν ο ίδιος ήταν ενός έτους, περιέγραψε την απουσία του πατέρα του ως εξής: «Το να μεγαλώνεις χωρίς πατέρα είναι σα να ζεις με ένα μόνιμο ερώτημα που ποτέ δε βρίσκει απάντηση. Είναι ένα εσωτερικό κενό που ποτέ δεν καλύπτεται. Κάθε προσπάθειά μου έως τώρα να ζήσω κάτι έντονο, που να καταφέρει να μειώσει αυτήν την τρομακτική αίσθηση κενού και να μπορέσω να βρω τα όριά μου, έχει να κάνει με την απουσία του πατέρα στη ζωή μου, δηλαδή με την απουσία ασφάλειας που μόνιμα αισθάνομαι».

Η θεώρηση της πατρότητας ιστορικά

Πριν από όχι και τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ρόλοι των δύο γονιών ήταν αυστηρά καθορισμένοι, με τον πατέρα να ευθύνεται για τη συντήρηση και τον έλεγχο της οικογένειάς του, ενώ η μητέρα για τη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών. Με άλλα λόγια, ο άνδρας ήταν αυτός που είχε το κύρος και την εξουσία, και, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία για το ποιος είχε την πρώτη και τελευταία λέξη στην οικογένεια. Επίσης, ένας πατέρας της εποχής εκείνης δεν έδειχνε σχεδόν ποτέ συναισθήματα και όλα αυτά τα στοιχεία του ρόλου του θεωρούνταν ταυτόχρονα και ως απαραίτητα συστατικά του ανδρισμού του. Επειδή, όμως, οι ρόλοι αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά κοινωνικές κατασκευές, αυτό σημαίνει πως δεν είναι στατικοί και αλλάζουν σύμφωνα με το ρυθμό και το βαθμό των εκάστοτε κοινωνικών αλλαγών και ανακατατάξεων. Η πατριαρχία, όμως, είχε και θετικές πλευρές καθώς αντιπροσώπευε ασφάλεια, συγκρότηση και σταθερότητα. Ο πατέρας δε θεωρούνταν κάποιος με τον οποίο το παιδί θα δημιουργούσε σχέση, επικοινωνία και εγγύτητα, αλλά κάποιος που αποτελούσε μέρος του περίγυρου. Λειτουργούσε ως φορέας και διασφαλιστής συγκεκριμένων αξιών, δομών και στάσεων ζωής. Αυτού του είδους η θεώρηση για τον πατρικό ρόλο και τον ανδρισμό μπορεί να αντιπροσώπευε, στην καλύτερη περίπτωση, ασφάλεια, προστασία και συνέχεια για το παιδί, εμπόδιζε, όμως, τον άνδρα να συμμετέχει από κοντά στην καθημερινή ζωή της οικογένειάς του.

Τα παραπάνω δε σημαίνουν πως η πατρότητα βρίσκεται εκτός των ορίων του ανδρισμού, το αντίθετο μάλιστα. Απλά καταδεικνύει την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα σε πατέρα και παιδί, και πως, σε περίπτωση χωρισμού των γονιών, ο πατέρας ήταν αυτός που, συνήθως, έχανε την επαφή με τα παιδιά του.
Τις τελευταίες δεκαετίες, γίνεται -ολοένα και περισσότερο- αναφορά στη γονεϊκότητα, αντί στη μητρότητα ή την πατρότητα, την ίδια στιγμή που γίνονται μεγάλες αλλαγές και στο περιεχόμενο των γονικών ρόλων. Η παραδοσιακή μορφή της πυρηνικής οικογένειας αποδυναμώνεται και αλλάζει μορφή, ενώ νέες μορφές οικογένειας δημιουργούνται.

Παρ’ όλες, όμως, τις αλλαγές στους γονικούς ρόλους και στη δομή της οικογένειας, στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες, η μητέρα είναι αυτή που εξακολουθεί να έχει την κύρια ευθύνη της φροντίδας του παιδιού, ανεξάρτητα από το αν εργάζεται, ενώ, ταυτόχρονα, θεωρείται δεδομένο πως, σε περίπτωση χωρισμού των γονιών, η μητέρα θα είναι αυτή που θα αναλάβει τη φροντίδα των παιδιών και πως ο πατέρας θα πρέπει να εγκαταλείψει το σπίτι, χωρίς να έχει ιδιαίτερα νομικά δικαιώματα και με την υποχρέωση να δίνει διατροφή. Συχνά, συνέπεια αυτού είναι η απώλεια της καθημερινής, τουλάχιστον, επαφής του πατέρα με τα παιδιά του.

Αν και το μεγάλωμα του παιδιού, με έναν μόνο γονιό, δε θεωρείται πως αποτελεί παράγοντα κινδύνου, επηρεάζει, όμως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το παιδί.

Η σημασία του πατρικού ρόλου σήμερα

Ο ρόλος κάθε πατέρα είναι μοναδικός και σε καμία περίπτωση δε μπορεί να καλυφθεί από τη μητέρα. Μπορεί ο αγώνας πολλών γυναικών -που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους- να είναι ηρωικός και αξιοθαύμαστος, δεν αρκεί, όμως, για να υποκαταστήσει το ρόλο του πατέρα στη ζωή των παιδιών. Ο τρόπος που λειτουργεί ένας πατέρας, καθώς και αυτό που συμβολίζει για το παιδί του, δημιουργεί μια σχέση με πολύ διαφορετική δυναμική και περιεχόμενο από αυτή της μητέρας με το ίδιο παιδί, πράγμα που την καθιστά μοναδική και αναντικατάστατη. Είναι βέβαιο πως ένα παιδί, που μεγαλώνει χωρίς πατέρα, μπορεί να εξελιχθεί ικανοποιητικά και να προχωρήσει με επιτυχία στη ζωή του αλλά είναι, επίσης, βέβαιο πως ένα παιδί, που μεγαλώνει με έναν επαρκή πατέρα δίπλα του, έχει, συνηθέστατα, καλύτερες προοπτικές και δυνατότητες στη ζωή. Όμως, ακόμα και στην περίπτωση μιας καλής εξέλιξης ενός παιδιού στη ζωή, η απουσία του πατέρα παραμένει εντός του ένα βάρος και κενό δύσκολα διαχειρίσιμο. Για αιώνες, η πατρότητα σχετίζονταν με την απουσία. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘70, άρχισε να δίνεται έμφαση στη σημασία της πατρικής παρουσίας και στις συνέπειες που μπορεί να έχει στη ζωή του παιδιού και της οικογένειας. Εκτιμήθηκε πως η απουσία αυτή έχει συνέπειες στο παιδί, ασχέτως φύλου. Η απουσία του πατέρα θεωρήθηκε ως πηγή πολλών κοινωνικών προβλημάτων της σύγχρονης κοινωνίας και, ως εκ τούτου, πως η ίδια αποτελεί μείζον κοινωνικό πρόβλημα που θα πρέπει με κάθε τρόπο να αντιμετωπισθεί. Οι παραδοσιακοί ρόλοι αμφισβητήθηκαν και αυτό που παλαιότερα θεωρούνταν ως τυπικά ανδρικό ή γυναικείο δεν ισχύει πλέον με τον ίδιο τρόπο.

Παρόλα αυτά, φαίνεται πως ο παραδοσιακός τρόπος θεώρησης των ρόλων των δύο φύλων εξακολουθεί να υφίσταται εντός μας, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, ακόμα και στις πλέον σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Ένα προσδοκόμενο στοιχείο ενός καλού πατέρα -παράλληλα με το να έχει κύρος εντός και εκτός οικογενείας- είναι η συναισθηματική του προσβασιμότητα, δηλαδή, η δυνατότητά του να εκφράζει και να μοιράζεται συναισθήματα με τα παιδιά του. Αυτή η αλλαγή στον πατρικό ρόλο -ταυτόχρονα με το γεγονός πως δεν είναι πλέον ο πατέρας το μοναδικό άτομο που συντηρεί την οικογένειά του, από τη στιγμή που ολοένα και περισσότερες γυναίκες έχουν αρχίσει να εργάζονται- δημιουργεί σε πολλούς άντρες -αλλά και γυναίκες!- μια σύγχυση και, ενδεχομένως, εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην παραδοσιακή και τη μοντέρνα θεώρηση περί πατρότητας και ανδρισμού που βαδίζουν ακόμα, ως ένα βαθμό, χέρι-χέρι.

Υπάρχουν ακόμα γυναίκες που, ενώ υποστηρίζουν πως θέλουν τον άντρα συναισθηματικό και συμμετέχοντα στη φροντίδα των παιδιών καθώς και στις κοινές υποχρεώσεις και δουλειές, «ξενερώνουν», βλέποντας τον να κάνει ηλεκτρική σκούπα ή να τινάζει χαλιά. Με ανάλογο τρόπο, και αρκετοί άνδρες νιώθουν ανασφάλεια στον πατρικό/συζυγικό τους ρόλο και τι αυτός θα πρέπει/θέλουν να περιλαμβάνει. Η εσωτερική σύγκρουση στα άτομα αυτά -άνδρες και γυναίκες- ανάμεσα στον παραδοσιακό και τον πιο σύγχρονο τρόπο θεώρησης του άνδρα/πατέρα/ερωτικού συντρόφου, ακόμα καλά κρατεί, με την αμφιθυμία να κάνει συχνά πάρτι στον ψυχισμό αρκετών εκπροσώπων των δύο φύλων.

Η ενθάρρυνση του μοντέλου που θέλει τον πατέρα όσο το δυνατόν ποιο όμοιο με τη μητέρα δε συμβάλει στην ισοτιμία των δύο φύλων. Ο ρόλος του πατέρα δεν είναι να ανταγωνίζεται τη μητέρα ή το αντίστροφο. Και οι δύο είναι απαραίτητοι για το παιδί, ως φορείς του φύλου που εκπροσωπούν και ως βασικοί συντελεστές της απόκτησης από το παιδί μιας σταθερής ταυτότητας και προσωπικότητας.

Ένα επιπλέον σημαντικό στοιχείο είναι πως η πατρότητα διαχωρίζεται πλέον σε ένα βιολογικό και ένα κοινωνικό σκέλος, με το δεύτερο να θεωρείται πως μπορεί να ασκηθεί και από ένα άλλο άτομο, πέραν του βιολογικού πατέρα. Ο ρόλος του βιολογικού πατέρα, όμως, είναι αναντικατάστατος, από τη στιγμή που αποτελεί το συνδετικό κρίκο με τις προηγούμενες γενεές και εξαιτίας του ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη να γνωρίζουμε και να έχουμε επαφή με την προσωπική μας ιστορία.

Η σημασία της παρουσίας και των δύο γονιών

Έχει γεγονός αδιαμφισβήτητο και νομικά κατοχυρωμένο πως, όταν μία οικογένεια διαλύεται, τα παιδιά θα πρέπει να έχουν πρόσβαση και στους δύο γονείς τους, καθώς είναι αποδεδειγμένο πως και οι δύο γονείς του παιδιού είναι, ποικιλοτρόπως, πολύ σημαντικοί στη διάρκεια που αυτό μεγαλώνει, μαθαίνοντάς του να αντιμετωπίζει τις διάφορες προκλήσεις της ζωής και αποτελώντας έναν σταθερό παράγοντα ασφάλειας. Η αλληλεπίδραση των γονιών, τόσο κατά τη διάρκεια της κοινής τους συνύπαρξής όσο και μετά από αυτήν, αποτελεί μοντέλο για το παιδί, όσον αφορά στο πως είναι να υπάρχει κάποιος σε μια σταθερή σχέση ανάμεσα σε έναν άνδρα και μία γυναίκα, καθώς και στο πώς διαχειρίζεται τις διάφορες καταστάσεις της ζωής, είτε πρόκειται για καταστάσεις χαράς είτε για καταστάσεις σύγκρουσης, λύπης, πένθους κ.ά. Με άλλα λόγια, η ταυτότητα του παιδιού δημιουργείται και συγκροτείται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδρασή του και με τους δύο γονείς. Οι γονείς, λοιπόν, λειτουργούν ως πρωταρχικά πρόσωπα ταύτισης για το παιδί που μπορεί να είναι είτε πρότυπα προς μίμηση είτε προς αποφυγή. Είναι αποδεδειγμένο πως τα παιδιά, που έχουν πρόσβαση και στους δύο τους γονείς, γίνονται φορείς τόσο του σημαίνει άνδρας όσο και τι γυναίκα, και, ως εκ τούτου, έχουν γενικά μια πιο θετική στάση απέναντι στους ενήλικες, ασχέτως φύλου. Παλαιότερες απόψεις μεγάλων θεωρητικών του χώρου της ψυχολογίας και ψυχανάλυσης, που δεν θεωρούσαν τον πατέρα ως σημαντικό πρόσωπο στη διαμόρφωση του ψυχισμού του παιδιού και των μελλοντικών διαπροσωπικών του σχέσεων, δεν ήταν παρά προϊόντα του τότε υπάρχοντος κοινωνικού περιβάλλοντος.

Στην πιο σύγχρονη βιβλιογραφία, ο πατέρας περιγράφεται ως πολύ σημαντικό πρόσωπο για το παιδί, ασχέτως φύλου, από την αρχή της ζωής του. Έχει αποδειχθεί πως οι σύγχρονοι πατεράδες έχουν μεγάλη ικανότητα να ερμηνεύουν τα διάφορα μηνύματα του βρέφους ή του μικρού παιδιού τους και να καλύπτουν τις ανάγκες του. Η παλαιότερη άποψη που ήθελε τον πατέρα ως σημαντικό πρόσωπο κυρίως για το γιο του θεωρείται πλέον από πολλούς ως ελλιπής. Ο πατέρας είναι πολύ σημαντικός και για την κόρη του καθώς είναι για αυτήν εκπρόσωπος του αντίθετου φύλου. Με άλλα λόγια, ο πατέρας είναι σημαντικός τόσο όσον αφορά στην επιβεβαίωση του φύλου του παιδιού του -είτε είναι αγόρι είτε κορίτσι- όσο και όσον αφορά στο να είναι κάποιος που το παιδί -συνηθέστατα το αγόρι- θέλει να του μοιάσει. Αποτελεί τον πρώτο έρωτα του κοριτσιού και, μέσα από τη σχέση τους, γνωρίζει το αντίθετο, αλλά και εξελίσσει το δικό της φύλο, σε όλη της διάρκεια της ανάπτυξής της.

Οι συνέπειες της απουσίας του πατέρα

Το ότι υπάρχουν μικρότερες ή μεγαλύτερες συνέπειες στο παιδί, όταν ο πατέρας εξαφανίζεται ή απουσιάζει από τη ζωή του παιδιού του, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Οι κυριότεροι παράγοντες που επιδρούν στον τρόπο και την έκταση που επηρεάζεται το παιδί από την απουσία του βιολογικού πατέρα από τη ζωή του έχουν να κάνουν με τα εξής:

1. Το εξελικτικό στάδιο που βρίσκεται το παιδί όταν ο πατέρας εξαφανίζεται από τη ζωή του
2. Την αιτία αυτής της εξαφάνισης
3. Την ποιότητα της σχέσης που είχε το παιδί μαζί του
4. Τη στάση της μητέρας απέναντι στην εξαφάνιση του πατέρα

Φαίνεται πως τα παιδιά που μεγαλώνουν με έναν απόντα ή ακανόνιστα και σπάνια εμφανιζόμενο πατέρα δυσκολεύονται να σταθμίσουν το ρόλο και τη σημασία του πατέρα στη ζωή τους. Κουβαλούν μία σειρά σημαντικών αναπάντητων ερωτημάτων εντός τους, ταυτόχρονα με ένα υποδόριο αίσθημα ενοχής για την εξαφάνιση του πατέρα τους. Αισθάνονται, συνήθως, βαθιά μέσα τους, πως τα ίδια ευθύνονται για την απουσία αυτή, πως δεν ήταν άξια να αγαπηθούν. Με αυτές τις προϋποθέσεις, το παιδί μπορεί να εμφανίσει, στη διάρκεια της παιδικής ή ενήλικης ζωής του, κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή διαταραχές συμπεριφοράς, κυρίως επιθετικότητα και παραβατικότητα. Στα κορίτσια κυρίως, μία επιπρόσθετη συνέπεια μπορεί να είναι το να γίνουν οι ίδιες, στην ενήλική τους ζωή, μόνες μητέρες με παιδί, δίχως τον πατέρα του παιδιού στη ζωή τους. Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα έχει αρχίσει να αποσαφηνίζει ολοένα και περισσότερο τη σημασία του ρόλου του πατέρα στην εξέλιξη του παιδιού. Η αλληλεπίδραση του παιδιού με τον πατέρα του είναι διαφορετική απ’ ότι αυτή με τη μητέρα του. Η αλληλεπίδραση του πατέρα είναι περισσότερο φυσική, ο πατέρας βιώνεται, συχνά, περισσότερο ως ο φίλος με τον οποίο το παιδί μπορεί να παίζει, παρά ως το άτομο που θα το φροντίσει. Αυτού του είδους η αλληλεπίδραση ενθαρρύνει και ενισχύει το αίσθημα αυτονομίας του παιδιού και η σχέση τους μπορεί να λειτουργήσει, μεταξύ άλλων, και ως μοντέλο μελλοντικών φιλικών σχέσεων. Τα κορίτσια, στην περίπτωση μιας ποιοτικής αλληλεπίδρασής τους με τον πατέρα, αποκτούν μια θετική εικόνα και αίσθηση για τη θηλυκότητα και τη γυναικεία τους φύση, μαθαίνοντας παράλληλα να επικοινωνούν δημιουργικά και με αμοιβαιότητα με το αντίθετο φύλο.

Όλες οι έρευνες τονίζουν τη σημασία του να μην παραμείνει το παιδί με αναπάντητα ερωτήματα εντός του που να αφορούν στην απουσία του πατέρα του. Μία σχετικά πρόσφατη πολύ μεγάλη έρευνα, που περιελάμβανε περισσότερα από 10 000 άτομα, και που έγινε σε 13 χώρες, αφορώντας στη σημασία και τις επιπτώσεις της απουσίας του πατέρα στο παιδί, κατέληξε στο συμπέρασμα πως η απουσία του πατέρα έχει, συχνά, περισσότερες επιπτώσεις στο παιδί απ’ ότι αυτή της μητέρας. Η αίσθηση της εγκατάλειψης είναι αυτή που κυριαρχεί στον ψυχισμό του παιδιού, δημιουργώντας συχνά, στη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, αισθήματα ανησυχίας, αβεβαιότητας, εχθρότητας και επιθετικότητας που συνεχίζουν να υπάρχουν, τις περισσότερες φορές, και στην ενήλικη ζωή. Εκτός αυτών, διαπιστώθηκε πως τα παιδιά αυτά, στην ενήλική τους ζωή, είχαν μεγάλες δυσκολίες να δημιουργήσουν μια ασφαλή ερωτική σχέση.

Η σύγχρονη έρευνα έχει δείξει πως ένα βρέφος επιλέγει ένα τρίγωνο ατόμων για να δημιουργήσει μια σχέση δεσμού, πρωταρχικά με τους γονείς του. Αυτό που παραδοσιακά πιστεύαμε πως, δηλαδή, το βρέφος προτιμά τη μητέρα του, δεν ισχύει. Όταν ένα βρέφος ζει και με τους δύο γονείς του, οι οποίοι είναι διαθέσιμοι συναισθηματικά και φυσικά απέναντί του, τότε το βρέφος αυτό επιλέγει να δημιουργήσει σχέση δεσμού και με τους δύο.

Για να νιώθει ένα παιδί καλά, χρειάζεται να του αφιερωθεί χρόνος, χώρος, τρυφερότητα και αγάπη και από τους δύο του γονείς. Αυτό σημαίνει πως, όταν ένας γονιός εκλείψει, το παιδί αυτό έχει, συνήθως, λιγότερες προϋποθέσεις και πιθανότητες για μια «φυσιολογική» ζωή. Το να μεγαλώνει ένα παιδί χωρίς πατέρα, ιδίως εάν δεν έχει πεθάνει, αφήνει σημάδια στην ψυχή, τόσο σε προσωπικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο.

Και ποτέ να μη λησμονούμε πως ένα μικρό παιδί δεν έχει ούτε τη γνώση ούτε την εμπειρία ούτε τη δυνατότητα επιλογής. Η δυνατότητα επιλογών του καθορίζεται και περιορίζεται από τις επιλογές των γονιών του.

www.i-psyxologos.gr